Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Για να διαβάσει κάποιος τα ανέκδοτα άρθρα που δημοσιεύω εδώ με τη σειρά που τα έγραψα, χρειάζεται να πάει στο τέλος της πρώτης σελίδας εκεί που λέει «Παλαιότερες αναρτήσεις» και να ξεκινήσει από Πέμπτη 19 Ιανουαρίου με τίτλο «Μια ιστορία από το διδακτορικό μου» και να συνεχίσει με Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, Σάββατο 21 Ιανουαρίου

Στο Λονδίνο

Στο Λονδίνο

Η παρωδία του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Πριν μιλήσω για το διάστημα που έζησα στο Λονδίνο, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω, πώς βρέθηκα εκεί. Η ιστορία ξεκινάει απ’ τ’ αθλητικά αποδυτήρια, την εποχή που ήμουν στο οικοτροφείο στη Μανσούρα τής Αιγύπτου. Πήγαινα πρώτη γυμνασίου. Μόλις είχα τελειώσει την προπόνηση και έβγαζα τ’ αθλητικά για να φορέσω τα …μαθητικά. Στον απέναντι πάγκο, ήταν ένα παιδί της δευτέρας γυμνασίου. Δεν θυμάμαι πώς ήρθε η κουβέντα αλλά, ανέφερε πως ο αδελφός του, σπούδαζε αεροναυπηγός στην Αγγλία. Δεν ήξερα τι θα πει αυτό, όμως εντυπωσιάστηκα.
Παράλληλα υπήρχε και το έξης υπόβαθρο: Ο πατέρας μου, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πόλεμου, παρόλο που ζούσε στην Αίγυπτο, κατετάγη στην ΕΒΑ (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία). Μια και ήξερε καλά την Αγγλική γλώσσα, η ΕΒΑ τον μετέθεσε στην Αγγλική RAF (Royal Air Force). Εκεί, υπηρέτησε για 4 χρόνια σαν ιπτάμενος ασυρματιστής – βομβαρδιστής σ’ ένα τετραθέσιο ελαφρύ βομβαρδιστικό που λεγότανε Baltimore.
Όταν αποστρατεύτηκε, οι Άγγλοι του χάρισαν το δερμάτινο σκουφί, τα γυαλιά και τα γάντια που φορούσε στο αεροπλάνο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς και της βαρεμάρας που περνούσα σαν παιδί, τα τρία αυτά αντικείμενα ήταν μέρος των «παιχνιδιών» μου. Τα φορούσα και παρίστανα τον πιλότο.
Πρόσεξε τώρα με ποιον τρόπο ο συνδυασμός μιας άγνωστης λέξης (αεροναυπηγός) σε συνδυασμό με την «αεροπορική στολή» του πατέρα και την εξιδανίκευση της δύναμης, μπορούν να οδηγήσουν έναν 12χρονο σ’ έναν «επαγγελματικό προσανατολισμό» της πλάκας:
Πάντοτε, ήμουν από τους πιο κοντούς στην τάξη. Όμως, αυτή την διαφορά δεν την αντιλαμβανόμουν σε καμία άλλη διάσταση στις σχέσεις μου με τους συνομηλίκους μου. Άσε που σε κάποια πράγματα υπερτερούσα. Για παράδειγμα, είχα γενικά αναγνωρισμένο ταλέντο στο θέατρο: Από τη Δευτέρα δημοτικού μέχρι και την έκτη Γυμνασίου (3η Λυκείου) ήμουν το παιδί που έλεγε τα ποιήματα σε όλες τις σχολικές γιορτές και, από τους πρωταγωνιστές στα θεατρικά έργα. Είχα όμως και μια «εντολή» που συνειδητά και ασυνείδητα μου μετέδιδε ο πατέρας μου: «Να μην κάνεις ότι κάνουν όλοι». Δηλαδή, «να διαφέρεις».
Και να ‘ταν μόνον η εξιδανίκευση της δύναμης και η πατρική εντολή, πάει καλά. Έλα όμως, που είχα και μια παράλληλη μητρική εντολή: «Να βγαίνεις πρώτος». Το έλεγε αυτό αλλά, δεν προσδιόριζε πού να είμαι πρώτος. Με το τότε παιδικό μυαλό μου, είχα εκλάβει αυτή την εντολή, σα να λέει, «να είσαι πρώτος στα πάντα».
Έτσι, σε συνδυασμό με τη μητρική εντολή, το τελικό μήνυμα ήταν «να είσαι δυνατός, να ξεχωρίζεις και να βγαίνεις πρώτος». Αν θέλεις βάζουμε και …σαντιγί: «Πάντα». Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτοί οι δύο άνθρωποι που είχα για γονείς μου έλεγαν: «Αν θέλεις να σ’ αγαπάμε, γίνε ημίθεος»!
Έτσι, όταν ο συμμαθητής στ’ αποδυτήρια, μου εξήγησε πως «αεροναυπηγός» είναι κάποιος που σχεδιάζει αεροπλάνα, ενθουσιάστηκα! Η λέξη αυτή, ικανοποιούσε πλήρως τις επιταγές μου: Θα έκανα ένα επάγγελμα που ξεχωρίζει κι έτσι, θ’ αποκτούσα μεγάλη αξία... Δηλαδή, η απόφασή μου να πάω στα 18 μου για σπουδές στο Λονδίνο οφείλεται σε μια απόφαση που πήρα στ’ αποδυτήρια, όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου!
Όταν τέλειωσα την Τρίτη Γυμνασίου, είχα να διαλέξω αν θα πάω στο Πρακτικό ή το Κλασικό. Ο σκοπός μου ήταν να σπουδάσω ...αεροναυπηγός. Έτσι, επέλεξα το Πρακτικό. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, έφυγα στο Λονδίνο για αεροναυπηγός.
Στο Λονδίνο, δίδασκε Καράτε ένας από τους μεγαλύτερους Ιάπωνες δασκάλους εκείνης της εποχής: Ο Tatsuo Suzuki. Μόλις τον είδα έπαθα σοκ. Ένας άνθρωπος 45 ετών, περίπου στο ύψος μου και χωρίς καμία φανερά εντυπωσιακή μυϊκή διάπλαση. Τι με σόκαρε;
 Στα 16 μου, είχα δει στον κινηματογράφο μια ταινία που λεγόταν «Ο Κόσμος τη Νύχτα». Ήταν ντοκιμαντέρ. Ανάμεσα σε άλλα, είχε και μια επίδειξη Καράτε. Ο αρχηγός σ’ εκείνη την επίδειξη, ήταν ο άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου! Μάλιστα, θυμάμαι πως την ώρα που τον έβλεπα στον κινηματογράφο, επειδή ήταν κι αυτός μικροκαμωμένος αναθάρρησα. Στο Τζούντο, η δύναμη έπαιζε ρόλο κι είχα αρχίσει ν’ απογοητεύομαι.
Στο διάστημα που έμεινα στο Λονδίνο, έκανα μέχρι και δυο προπονήσεις Καράτε την ημέρα, 5 φορές την εβδομάδα. Από το Πανεπιστήμιο, κάπου - κάπου έκανα και καμιά «κοπάνα». Από το Καράτε ποτέ. Το Καράτε, δεν ήταν απλώς αγάπη. Ήταν έρωτας.
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο συνειδητοποιούσα ότι είχα διαλέξει λάθος δρόμο σπουδών. Μπορεί να μην είχα πρόβλημα με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία, όμως, δεν μου τραβούσαν καθόλου το ενδιαφέρον. Μπορεί να μην ήξερα ακόμα τι θα ήθελα πραγματικά να σπουδάσω, αλλά ήξερα ότι σίγουρα δεν ήθελα να γίνω αεροναυπηγός.
Βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση: Οι γονείς μου είχαν κάνει τόσα έξοδα για μένα. Με τι μούτρα θα τους έλεγα «ξέρετε… έκανα λάθος επιλογή»; Όμως, μέρα με τη μέρα, γινόταν όλο και πιο δυσάρεστο ν’ ασχολούμαι με τα μαθήματά μου. Είχα πέσει με τα μούτρα στο Καράτε. Κι όταν είχα διάθεση να διαβάσω, διάβαζα φιλοσοφία και πολιτική θεωρία.
Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να υποφέρω από μια διαρκή αίσθηση ενοχών. Ήξερα πως δεν θα μπορέσω να γίνω αεροναυπηγός. Δεν είχα το κίνητρο. Δεν τολμούσα όμως, να το πω στους γονείς μου. Έτσι, ένιωθα ενοχές για δύο λόγους:
Α. Δεν μπορούσα ν’ αντεπεξέλθω στις προσδοκίες που ο ίδιος είχα καλλιεργήσει στους γονείς μου.
Β. Έκρυβα την αλήθεια.
Σ’ εκείνη τη φάση, με βοήθησε η κυρία Lewis. Ήταν η σπιτονοικοκυρά μου. Σαραντάρα, λεπτοκαμωμένη, θεατρικός πράκτορας, γαλλικής καταγωγής. Με συμπαθούσε ιδιαίτερα, γιατί μιλούσαμε γαλλικά. Αποφάσισα να της πω το πρόβλημά μου.
- Ωραία, και τι θα ‘θελες να κάνεις, με ρώτησε.
Εγώ, επηρεασμένος από το επάγγελμά της, ανέφερα τη …μακροχρόνια θεατρική μου εμπειρία.
- Και γιατί δεν πας σε μια δραματική σχολή; Εδώ, έχουμε μια από τις πιο ξακουστές δραματικές σχολές.
Έδειξα ενδιαφέρον. Έτσι, άρχισα να βλέπω έναν νέο δρόμο. Δεν άντεχα όμως άλλο τις ενοχές κι έγραψα στους γονείς μου ότι προετοιμάζομαι για εισαγωγικές εξετάσεις στη Δραματική Σχολή. Μόλις έλαβαν το γράμμα μου, με πήραν τηλέφωνο. Ακόμα ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή της μητέρας μου: «Τι θα γίνεις; Ηθοποιός; Δηλαδή, τοιούτος»;! (Με τα σημερινά Ελληνικά, θα πει ομοφυλόφιλος).
Στα 19,5 εγκατέλειψα το Λονδίνο και επέστρεψα στην Ελλάδα. Από τα 19,5 μέχρι τα 21 έζησα μια αληθινή Οδύσσεια επαγγελματικού προσανατολισμού. Μια πρώτη σκέψη, ήταν να γίνω επαγγελματίας δάσκαλος Καράτε. Όμως, για κάποιο λόγο, που τότε δεν τον είχα καταλάβει, μια φωνή μέσα μου έλεγε «δεν είναι αυτό για σένα». Αλλά, ας την πιάσουμε εκείνη την περίοδο χωριστά.

Πέμπτη καταγραφή


Το Καράτε (Η σωματική δύναμη).
Το διάβασμα των βιβλίων που είχα κουβαλήσει μαζί μου απ’ την Ελλάδα. (Η επιθυμία για γνώση).
Η μουσική: Ήταν η εποχή των Beatles και του Bob Dylan.
Το θέατρο (σα μια διέξοδος στον τομέα του επαγγελματικού μου προσανατολισμού).
Η Κιθάρα.

Ομολογώ ότι το επόμενο κεφάλαιο θα είναι οδυνηρό για μένα: Θυμίζει την πιο σκοτεινή και μελαγχολική περίοδο της μέχρι τώρα ζωής μου. Τι θέλεις και δεν γινότανε: Δικτατορία, οικονομική παρακμή της οικογένειας, κι εγώ χωρίς κανέναν προσανατολισμό. Απλά κρατιόμουν από μια σανίδα που ονομαζόταν Καράτε. Θα μπορούσα να μην το γράψω. Όμως θέλω να το αφιερώσω στους νέους από 19 με 25 που βρίσκονται σε μια ανάλογη φάση.

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2017

Για να διαβάσει κάποιος τα ανέκδοτα άρθρα που δημοσιεύω εδώ με τη σειρά που τα έγραψα, χρειάζεται να πάει στο τέλος της πρώτης σελίδας εκεί που λέει «Παλαιότερες αναρτήσεις» και να ξεκινήσει από Πέμπτη 19 Ιανουαρίου με τίτλο «Μια ιστορία από το διδακτορικό μου» και να συνεχίσει με Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, Σάββατο 21 Ιανουαρίου.

Στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα


Η πρώτη φορά που ήρθα στην Ελλάδα, ήταν σαν τουρίστας το καλοκαίρι του 1958. Ήμουν τότε 10 χρονών. Είχαμε έρθει μ’ ένα πλοίο που το έλεγαν «Αχιλλέα». Μόλις φθάσαμε στον Πειραιά, ανέβηκαν οι αχθοφόροι για να μεταφέρουν τις βαλίτσες μας. Μου έκανε εντύπωση που μιλούσαν Ελληνικά. Έτσι, είπα έκπληκτος στον πατέρα μου: «Μπαμπά, εδώ οι Αραπάδες μιλάνε Ελληνικά!». Με τα δεδομένα της Αιγύπτου, ήταν αδιανόητο ένας Έλληνας να είναι χαμάλης…
Η οριστική μας μετοίκηση στην Ελλάδα, έγινε το καλοκαίρι του 1961. Η πρώτη μου γειτονιά, ήταν οι Αμπελόκηποι. Μείναμε για 2 χρόνια στη Λεωφόρο Κηφισίας στο 18.
Προσαρμόστηκα αμέσως. Μάλιστα, απολάμβανα και κάτι που δεν μπορούσα ν’ απολαύσω στο Κάιρο: Είχα πλήρη ελευθερία κινήσεων. Ήμουν ήδη 13 χρονών και οι Αμπελόκηποι το 1961 ήταν μια πολύ ασφαλής περιοχή να κυκλοφορεί ένας 13χρονος. Έκανα σχεδόν αμέσως κι έναν καλό φίλο το Μίμη. Αρχικά παίζαμε ποδόσφαιρο. Είχε κι εκείνος μεγάλη ελευθερία κινήσεων κι έτσι, αλωνίζαμε παρέα όλη την Αθήνα. Μια και ήταν καλοκαίρι και δεν είχαμε σχολείο, πηγαίναμε με το Μίμη τα πρωινά στο τότε Ολυμπιακό κολυμβητήριο. Δίπλα του, ήταν ο Εθνικός Γυμναστικός Σύλλογος. Μόλις είδα το στίβο, ξεσηκώθηκα. Γράφτηκα αμέσως στο Σύλλογο. Η πρώτη μου αθλητική ταυτότητα εκδόθηκε το 1961. Μάλιστα, ο πατέρας μου πλήρωνε 250 δραχμές το μήνα στο Σουηδό προπονητή του συλλόγου που τον έλεγαν Melberg ώστε να με προπονεί και χωριστά. Εκεί, παρόλο που ήταν απαγορευτικό για το ύψος μου, μαζί με το άλμα σε μήκος, άρχισα ν’ ασχολούμαι και με το δρόμο 110 μέτρων μετ’ εμποδίων.
Ο στίβος, ήταν για μένα πολύ μεγάλη αγάπη. Βρέξει χιονίσει, έπαιρνα κάθε απόγευμα στις 5 το Λεωφορείο Νο.16 (Θων - Θησείο) και πήγαινα για προπόνηση. Η προπόνηση με τον Memberg με ωφέλησε πολύ. Έμαθα γρήγορα πως αν θέλω να γίνω καλός αθλητής, πρέπει να ιδρώσω. Έβλεπα τις επιδόσεις μου να βελτιώνονται κι έπαιρνα θάρρος.
Στον ίδιο σύλλογο όμως, υπήρχε και Τζούντο. Μόλις το είδα, εντυπωσιάστηκα. Μην ξεχνάς πως, για μένα, η επιδίωξη της σωματικής δύναμης ήταν βασικό κίνητρο. Πρόσεξα ότι ο δάσκαλος που φορούσε τότε καφέ ζώνη, ήταν κοντός και λεπτός. Κατάλαβα πως το τζούντο δεν θέλει μπόι και δύναμη. Εγώ ήμουν κοντός και μικροκαμωμένος. Ο δάσκαλος, μου είπε πως το χαμηλό μπόι στο Τζούντο είναι προτέρημα. Έτσι γράφτηκα και στο Τζούντο με το οποίο ασχολήθηκα περίπου 1,5 χρόνο. Ήταν κι αυτή μια αγάπη την εποχή εκείνη, αλλά δεν κράτησε πολύ. Σύντομα κατάλαβα πως - αν ξέρουν Τζούντο και οι δύο - το βάρος και η δύναμη μετράνε. Όμως, δεν ήταν αυτός ο λόγος που τα παράτησα: Είχα ήδη αρχίσει να έχω καλές επιδόσεις στο στίβο και εστίασα τις προσπάθειές μου εκεί.
Το πρώτο σχολείο στο οποίο πήγα στην Ελλάδα, ήταν ένα ιδιωτικό στο Χαλάνδρι που το έλεγαν Σχολή Νεστορίδη. Μπροστά στο σχολείο της Μανσούρας, αυτό ήταν μια σταλιά. Εκεί έβγαλα τη Δευτέρα Γυμνασίου. Σ’ εκείνο το σχολείο, το μόνο που έμαθα, ήταν …το κάπνισμα. Όταν τέλειωσε η χρονιά, έπιασα τον πατέρα μου και του είπα: «Μπαμπά, σ’ αυτό το σχολείο δεν μαθαίνω τίποτα. Επειδή είμαι απ’ την Αίγυπτο και ξέρω καλά Αγγλικά και Γαλλικά, σε όλα τα μαθήματα, μου βάζουν βαθμούς, χωρίς να τους αξίζω. Εγώ θέλω να σπουδάσω, όταν μεγαλώσω. Με αυτό το σχολείο, δεν θα καταφέρω τίποτα». Την επόμενη χρονιά, βρέθηκα στο Πρότυπο Λύκειο Αθηνών, δηλαδή στη Σχολή Μωραΐτη.
Την ίδια χρονιά, μεταφερθήκαμε στο δικό μας διαμέρισμα. Ήταν ένα μεγάλο, υπερπολυτελές γωνιακό ρετιρέ 250 τ.μ. στην οδό Βελεστίνου 15, στους Αμπελόκηπους. Στο πάνω ρετιρέ, ζούσε η Ρένα Βλαχοπούλου. Δύο πολυκατοικίες πιο πέρα, ζούσαν ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα. Εκείνη την εποχή, άρχισα να συνειδητοποιώ πως η οικογένειά μας ήταν πολύ εύπορη.
Μπροστά στο σπίτι είχε μια μεγάλη παιδική χαρά. Παίζαμε κυρίως βόλεϊ. Έτσι, εκτός από το Μίμη έκανα κι άλλους φίλους.
Στα 16, γνώρισα το Καράτε. Ήταν κι αυτό, σαν το Τζούντο, δηλαδή μια Ιαπωνική πολεμική τέχνη. Μόνο που εδώ, μετρούσε η ευελιξία, η ταχύτητα και τα γρήγορα ανακλαστικά. Μόλις το είδα, είπα από μέσα μου «εδώ είμαστε». Αυτό, το έχω πει δύο φορές στη ζωή μου. Τη δεύτερη το είπα στα 21 μου με την Ψυχολογία. Όμως γι’ αυτά θα μιλήσουμε αργότερα.
Στην ίδια ηλικία, άρχισα ν’ αποκτώ κι άλλες αγάπες. Η πρώτη, ήταν η ξένη μουσική. Καθόμουν με τις ώρες κι άκουγα τις ανάλογες εκπομπές στο ραδιόφωνο.
Παράλληλα, στο σχολείο μας, είχαμε ένα φιλόλογο, το Μιχάλη Μερακλή, που μ’ έκανε κι αγάπησα την ποίηση και τη λογοτεχνία. Ο πρώτος αγαπημένος μου ποιητής, ήταν ο Λάμπρος Πορφύρας. Μετά, γνώρισα τον Καβάφη, τον Ελύτη και άλλους. Από συγγραφείς, αρχικά ήταν ο Κρόνιν και ο Τσβάιχ. Μετά ήρθαν ο Καζαντζάκης, ο Μυριβήλης. ο Σαμαράκης και - ο πιο αγαπημένος μου: Ο Νίκος Τσιφόρος. Άρχισα μάλιστα να γράφω κι εγώ ποιήματα. Όχι πολλά. Όμως, κάπου - κάπου έγραφα.
Η Ελληνική ποίηση, μ’ έκανε να στραφώ στην Ελληνική μουσική. Ήταν η εποχή που ο Θοδωράκης και ο Χατζιδάκις είχαν εδραιωθεί και ο Χατζής, ο Σαββόπουλος και το Νέο Κύμα είχαν αρχίσει ν’ ακούγονται. Μεγάλη τρέλα με το Νέο Κύμα! Όλο μου το χαρτζιλίκι, το έτρωγα στις μπουάτ (τα υπέροχα μαγαζάκια μυσταγωγίας εκείνης της εποχής).
Μια και η μουσική είχε γίνει μεγάλη αγάπη, και ταυτόχρονα είχα προϊστορία με τα πικάπ, μοιραίο ν’ αποκτήσω άλλη μια μεγάλη αγάπη: Τα στερεοφωνικά συστήματα ήχου. Μιας και ο πατέρας μου ήταν εύπορος και λάτρης της μουσικής, το ν’ αποκτήσουμε ένα πολύ καλό στερεοφωνικό δεν ήταν δύσκολο.
Μ’ αυτές τις αγάπες πορεύτηκα μέχρι τα 18 μου. Όταν τελείωνα στο σχολείο (1966), ο μπαμπάς μου ‘κανε δώρο 30.000 δραχμές να τις κάνω ό,τι θέλω. Τι τις έκανα; Δύο πράγματα:
Πήγα και βρήκα κάποιο φιλόλογο, τον κύριο Γιάννη Βαρίκα και του ζήτησα να μου δημιουργήσει μια βιβλιοθήκη. Θυμάμαι πως ένα από τα 50 βιβλία πού αγόρασα λεγόταν «Ελληνική Νομαρχία» και ο συγγραφέας ήταν ανώνυμος. Ανάμεσα σ’ εκείνα τα βιβλία ήταν Σαρτρ, Μπέρναρτ Σο, η Ασκητική του Καζαντζάκη, το Άξιον Εστί και πολλά άλλα. Όταν έφυγα για σπουδές στο Λονδίνο, τα πήρα όλα μαζί μου και μάλιστα, διάβασα πολλά απ’ αυτά.
Το δεύτερο που έκανα μ’ εκείνα τα χρήματα που μου χάρισε ο πατέρας μου, ήταν να εκδώσω την πρώτη μου ποιητική συλλογή. Τη λέγανε «Κάστρα και Δρόμοι». Τη μέρα της αποφοίτησης το χάρισα σε όλους τους συμμαθητές και τους καθηγητές μου.

 

Τέταρτη καταγραφή

Ο στίβος. (Ο αθλητισμός)
Το Τζούντο (Η σωματική δύναμη)
Η μουσική
Τα στερεοφωνικά ( Η τεχνολογία)
Η λογοτεχνία
Η Φιλοσοφία
Η ποίηση

Εδώ εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα της αγάπης μου για το γράψιμο. Αυτήν όμως την αγάπη, την ανακάλυψα πολύ αργότερα.

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2017

Στο Οικοτροφείο

Στο Οικοτροφείο

 Όταν έγινα 8,5 χρονών, γεννήθηκε η αδελφή μου. Η Καίτη. Ήταν Μάης και πρέπει να τελείωνα την Τετάρτη δημοτικού. Στην Πέμπτη δημοτικού, η μητέρα μου, παρόλο που είχαμε και εσωτερική οικιακή βοηθό, τα βρήκε μπαστούνια. Φαίνεται πώς τα δύο παιδιά, της έπεφταν πολλά... Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να πάω στην Έκτη δημοτικού, οι γονείς μου αποφάσισαν να με στείλουν στα Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Μανσούρας. Η Μανσούρα είναι μια πόλη στις όχθες του Νείλου που απείχε τότε 2,5 ώρες απ’ το Κάιρο. Το επίσημο πρόσχημα της μητέρας μου, ήταν πως ήμουν «δύσκολος» στο φαγητό και στο οικοτροφείο θα …έστρωνα. Στην πραγματικότητα, η γυναίκα δεν ήταν ευχαριστημένη απ’ το γάμο της, διότι ο πατήρ ήταν λίγο έως πολύ ...γυναικάς. Έτσι, η «μαμά» δεν είχε την ενεργητικότητα να φροντίζει εμένα και να μεγαλώνει και την Καίτη που ήταν τότε 2 χρονών. Όμως, επαναλαμβάνω: Είχε πάντοτε εσωτερική οικιακή βοηθό. 
 Ο πρώτος μήνας προσαρμογής στο οικοτροφείο ήταν πολύ δύσκολος. Ήμουν ο «καινούργιος» ανάμεσα στους «παλιούς». Ευτυχώς, έκανα πολύ σύντομα έναν καλό φίλο κι αυτό με βοήθησε πολύ. Τον έλεγαν Νίκο και τον συνάντησα ξανά σε μια συγκέντρωση παλαιών συμμαθητών. 
 Στο οικοτροφείο έμεινα δύο χρόνια. Την πρώτη χρονιά, οι γονείς μου με πήγαν σέρνοντας. Τη δεύτερη, τους ...έσερνα εγώ. Όχι μόνον προσαρμόστηκα, αλλά είχα γίνει αποδεκτός από τον σκληρό πυρήνα της παρέας στην τάξη μας. 
  Ας δούμε όμως τις αγάπες εκείνης της διετίας. Η πρώτη αγάπη, ήταν ο στίβος. Το σχολείο, κάλυπτε μια τεράστια έκταση πολλών στρεμμάτων. Μέσα υπήρχε κι ένα στάδιο που περιέκλειε ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο κανονικών διαστάσεων. Γύρω υπήρχε ένας διάδρομος στίβου ολυμπιακών διαστάσεων. Άρχισα ν’ ασχολούμαι με το άλμα σε μήκος. Ζήτησα απ’ τον πατέρα μου μια αθλητική φόρμα κι ένα ζευγάρι παπούτσια με καρφιά και μου τα έφερε. Μ’ άρεσε το άλμα σε μήκος. Υπήρχαν αρκετοί συμμαθητές μου που ήταν καλύτεροι από μένα αλλά, με την επιμονή και την προπόνηση κατάφερα να βελτιωθώ και να είμαι ο 3ος ή 4ος στην τάξη. Μέσα απ’ αυτήν τη διαδικασία, κατάλαβα πως αν κάτι σ’ αρέσει και τ’ αγαπάς, ακόμα κι αν είσαι μέτριος, κάποτε θα γίνεις καλός. Όμως, και να μη γίνεις καλός, έχεις δικαίωμα ν’ ασχολείσαι με αυτό που σ’ αρέσει. (Αυτό κάνει η αδελφή μου με τις δίαιτες)... 
 Η επόμενη αγάπη μου εκείνη την εποχή ήταν διάφορα εξωσχολικά περιοδικά. Ήταν θυμάμαι «Η Μάσκα» και το «Μυστήριο» με αστυνομικές ιστορίες. Ήταν ο «Ελ Γκρέκο» με ποδοσφαιρικές ιστορίες. Ήταν φυσικά κι ο «Μικρός Ήρωας», ο περίφημος Γιώργος Θαλάσσης. Οι ήρωες αυτών των περιοδικών ήταν οι «Σαμψών» και οι «Ηρακλήδες» της προεφηβείας μου. Και πίσω απ’ όλα, η εξιδανίκευση της δύναμης. 
 Τέλος, αγάπησα και το ποδόσφαιρο. Μάλιστα, στην 1η Γυμνασίου, επέμενα να πάρω τη θέση του τερματοφύλακα στην ομάδα της τάξης, ενώ ήμουν ο πιο κοντός απ’ όλους! Τελικά, για να την πάρω έπρεπε να παίξω μπουνιές με τον ήδη εδραιωμένο τερματοφύλακα, το Γιώργο (που κι αυτόν συνάντησα τη βραδιά παλαιών συμμαθητών). Βέβαια, μετά το πρώτο ματς και τα 5 γκολ που έφαγα, άλλαξα γνώμη και έπαιζα στο κέντρο. Πάντως, το ποδόσφαιρο, εξακολουθεί να είναι μια απ’ τις «αγάπες» μου ακόμα και σήμερα. Δυστυχώς όμως, σήμερα το αγαπώ ...από την πολυθρόνα. 
 Τη δεύτερη χρονιά που ήμουν στο οικοτροφείο, ήρθαν οι γονείς μου να μ’ επισκεφθούν μια Κυριακή πρωί προς το τέλος του έτους. (Το οικοτροφείο, είναι σαν το στρατό. Είχαμε «επισκεπτήριο»). Έφεραν μαζί τους και την Καιτούλα που πρέπει να ήταν 3,5 χρονώ. Είχε περάσει μια μορφή πολιομυελίτιδας και ενώ περπατούσε καλά για την ηλικία της, το ένα ποδαράκι της το έσερνε. Το είδ’ αυτό και ράγισε η ψυχή μου. Την έπιασ’ απ το χέρι να περπατήσουμε μαζί. Τη σκηνή, τη θυμάμαι σαν τώρα. Την είχα αριστερά μου. Γύρισε το κεφάλι της προς το μέρος μου και με ρώτησε με άψογη ομιλία: « Περνάς καλά εδώ Γιωργάκη μου;». Τι να  πω; Πώς μπορώ να περιγράψω αυτό που έγινε μέσα μου εκείνη τη στιγμή; Το μόνο που μπορώ να πω, είναι πως ένιωσα μια ξαφνική σφραγίδα αγάπης η οποία διατηρείται μέχρι αυτή τη στιγμή. Η Καίτη, είναι ο άνθρωπος που αγαπώ μ’ έναν τρόπο ξεχωριστό. Το ενδιαφέρον είναι πως η Καίτη, συχνά με αποκαλεί «little brother» που θα πει «μικρό αδελφό». Αν θυμάσαι τι μου είπε στο οικοτροφείο, θα καταλάβεις πως μερικά πράγματα είναι έμφυτα. Είχε απέναντι μου προστατευτική διάθεση από 3, χρονώ! Κι ακόμα έχει. 
  Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς, έπρεπε να μετοικίσουμε στην Ελλάδα. Από τότε που ήμουν 10 χρονών, ο πατέρας μου ήταν ο οικονομικός διευθυντής στην Εθνική Βιομηχανία Μετάλλου, η οποία, μόνον Εθνική δεν ήταν. Η εταιρεία, μάζευε παλιοσίδερα από τον πόλεμο το Ελ Αλαμέιν, τα έλιωνε σε φούρνους και έφτιαχνε μεταλλικές βέργες οικοδομής. Φαίνεται πως ο πατέρας μου έβγαζε πολλά λεφτά από την εταιρεία, τα οποία έστελνε στην Ελλάδα και είχε αρχίσει να συμμετέχει σε κάποιες οικοδομικές επιχειρήσεις εκεί. Ένα πρωί του Ιουνίου του 1961 ήρθαν οι γονείς μου και με πήρανε άρον – άρον απ’ το οικοτροφείο. Το ίδιο απόγευμα φύγαμε αεροπορικώς για την Ελλάδα. Είχε εκδοθεί ένταλμα σύλληψης του πατέρα μου για εξαγωγή συναλλάγματος. Κάποιος (Έλληνας παρακαλώ) σπιούνος, τον είχε καρφώσει. Έτσι, το 1961, στα 13 μου, ερχόμαστε με την οικογένειά μου στην Ελλάδα. 
 Τρίτη καταγραφή 
Ο στίβος (Ο αθλητισμός - Η σωματική δύναμη) 
Το ποδόσφαιρο (Το ομαδικό παιχνίδι) 
Τα περιοδικά όπως «Η Μάσκα» κ.λπ. (Το διάβασμα)

Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2017

Τα ανέκδοτα κείμενά μου Για να διαβάσει κάποιος τα ανέκδοτα άρθρα που δημοσιεύω εδώ με τη σειρά που τα έγραψα, χρειάζεται να πάει στο τέλος της πρώτης σελίδας εκεί που λέει «Παλαιότερες αναρτήσεις» και να ξεκινήσει από Πέμπτη 19 Ιανουαρίου με τίτλο «Μια ιστορία από το διδακτορικό μου» και να συνεχίσει με Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, Σάββατο 21 Ιανουαρίου.

Τα πρώτα σχολικά χρόνια

Τα πρώτα σχολικά χρόνια Όταν έγινα 6 χρονών, έπρεπε να πάω σχολείο. Έτσι, μετακομίσαμε στην πρωτεύουσα της Αιγύπτου το Κάιρο. Η εμπειρία αυτή, ήταν πολύ δυσάρεστη για μένα: Από ‘κεί που είχα απέραντους χώρους ν’ αλωνίζω, βρέθηκα σ’ ένα διαμέρισμα «κλουβί», στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας, η οποία ήταν μέσα σ’ ένα παζάρι, ανάλογο με τη Βαρβάκειο Αγορά... Από 6 έως 7 χρονών, γνώρισα τι θα πει βαρεμάρα. Έξω απ’ τα μαθήματά μου, δεν είχα τίποτα να κάνω μέσα σ’ εκείνο το κλουβί. Η μητέρα μου, δεν μου έκανε παρέα στις ελεύθερές μου ώρες. Μόνον όταν με τάιζε και με διάβαζε, ασχολιόταν μαζί μου. Παιχνίδια, δεν είχα. Φίλους, είχα μόνο στο σχολείο. Στη γειτονιά, κανέναν. Στα 4 γνώρισα την ποιότητα. Στα 6 γνώρισα τη βαρεμάρα. Όμως, από τα 6 μέχρι τα 7, γνώρισα το αντίδοτο της βαρεμάρας. Ποιο είναι; Θα το δούμε αμέσως παρακάτω. Πώς θα περνούσαν οι ατέλειωτες ώρες, μέσα σ’ εκείνο το κλουβί; Μην ξεχνάς πως, εκείνη την εποχή, δεν υπήρχε τηλεόραση (ευτυχώς). Άρχισα λοιπόν, να σκαρφίζομαι τρόπους για να περνά η ώρα: Στο δωμάτιό μου, η ντουλάπα είχε έναν εσωτερικό ολόσωμο καθρέφτη. Σκαλίζοντας τα πράγματα που είχε η ντουλάπα βρήκα ένα μάλλινο Σκοτσέζικο κασκόλ, του πατέρα μου. Άρχισα λοιπόν να δημιουργώ φανταστικές καταστάσεις: Το φορούσα σαν σαρίκι, στεκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και παρίστανα τον Άραβα φύλαρχο. Το φορούσα στη μέση και φανταζόμουν πως είμαι κάποιος Σκοτσέζος πολεμιστής. Το έβαζα σα μάσκα στη μύτη μου, και παρίστανα έναν Άραβα «Ζορό» (που τον λέγανε Κομπάρ). Κάθε τοποθέτηση του κασκόλ, κι άλλη ιστορία. Όλες όμως μ’ ένα κοινό στοιχείο: Ανδρικές μορφές δύναμης. Μια ακόμα …εφεύρεση ήταν ένα θέατρο σκιών που έφτιαξα από ένα κουτί παπουτσιών. Έβαλα τη μάνα μου και μου έκοψε τον πάτο μ’ ένα ψαλίδι. Κόλλησα στο κενό κομμάτι ένα διαφανές χαρτί που ήταν η οθόνη. Έβαζα την οθόνη, σ’ ένα τραπεζάκι απέναντι απ’ τον καθρέφτη της ντουλάπας. Πίσω απ’ την οθόνη, έβαζα ένα κερί. Μπροστά απ’ το κερί κουνούσα κάτι μολυβένια στρατιωτάκια κι έπαιζα θέατρο σκιών στον εαυτό μου. Να μη σε κουράζω μ’ άλλα παραδείγματα. Το αντίδοτο της βαρεμάρας, είναι η δημιουργικότητα. Δεν λέω: Αν είσαι άνθρωπος που απολαμβάνεις την ηρεμία σου και τη χαλάρωσή σου, μπορεί να μην παραπονιέσαι για «βαρεμάρα». Αν όμως, είσαι ένα 6 παιδί χρονών γεμάτο ενέργεια, πόσο μπορείς να χαλαρώσεις και να ηρεμήσεις; (Αλήθεια, γνωρίζεις ότι ο εγκέφαλός μας στην ηλικία των 6 δουλεύει με μεγαλύτερη ταχύτητα απ’ ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ηλικία;). Πάντως, ένα είναι σίγουρο: Ανάμεσα στα 6 και τα 7 δεν είχα σημαντικές ανθρώπινες αγάπες. Το μόνο μου μέλημα, να ήταν να με γλιτώσω από την παγίδα της βαρεμάρας. Έτσι, οι «αγάπες» μου περιορίζονταν μόνο σε αντικείμενα και δραστηριότητες. Απ’ τα 7 μου και πέρα, η κατάσταση κάπως διορθώθηκε. Κατ’ αρχή, είχα εξοικειωθεί με τη γειτονιά. Σ’ ένα αραβικό μπακάλικο που ήταν δίπλα στην είσοδο της πολυκατοικίας μας υπήρχε ένας συνομήλικός μου, ο Γιούσρι. Ήταν Αιγύπτιος αλλά, εγώ μιλούσα τ’ Αραβικά όπως κι εκείνος. Παίζαμε ποδόσφαιρο μέσα στη στοά του παζαριού με μια μπάλα φτιαγμένη από κάλτσες. Νομίζω, τη λένε «τσουράπα». Ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι μας, ήταν και το Ελληνικό μπακάλικο του κυρίου Νικόλα Κουνή. Ο πατέρας μου ήταν από τους καλύτερους πελάτες. Ο κύριος Νικόλας είχε ένα γιο, το Γιάννη, με τον οποίον ήμασταν συμμαθητές. Τ‘ απογεύματα, ο πατέρας του τον έφερνε στο μπακάλικο. Ή παίζαμε στη στοά, ή ανέβαινε ο Γιάννης στο σπίτι μου. Κι όποτε γινόταν αυτό, δεν υπήρχε βαρεμάρα. Ο Γιάννης, ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο ένιωσα τη φιλία. Όμως η πραγματική μου αγάπη εκείνη την εποχή ήταν το διάβασμα. Είχα μάθει να διαβάζω πολύ καλά και, ο πατέρας μου, έφερε μια εγκυκλοπαίδεια 5 τόμων. Λεγότανε «Η Νέα Παιδική Εγκυκλοπαίδεια». Την έπιασα απ’ το άλφα. Τη διάβασα όλη και, κάποια κομμάτια, δύο και τρεις φορές. Αμέσως μετά, ήρθαν στο σπίτι μας τα βιβλία του παππού μου, ο οποίος είχε πεθάνει πρόσφατα και τ’ άφησε κληρονομιά στο γιο του, δηλαδή, στον πατέρα μου. Ανάμεσά τους, ήταν οκτώ τόμοι Καραγκιόζη γραμμένοι από το διάσημο Έλληνα Καραγκιοζοπαίχτη, τον Μόλα. Κάθε τόμος, περιείχε 10 τεύχη. Είμαι σίγουρος πως αυτούς τους τόμους, τους διάβασα όλους. Ταυτόχρονα, είχα και τα άπαντα του ποιητή Γιώργου Σουρή. Κι αυτό το βιβλίο το διάβαζα συχνά. Αυτές κι αν ήταν αγάπες! Και κράτησαν από τα 8 μου μέχρι τα και τα 10. Μάλιστα πιστεύω πως τα διαβάσματα αυτά, συνέτειναν σημαντικά στο ν’ αποκτήσω χιούμορ. Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη μουσική. Μάλιστα στο σπίτι μας υπήρχε ένα πολύ «σύγχρονο» για την εποχή ηχοσύστημα. Ήταν ένα έπιπλο με δύο μεγάφωνα, ένα πολύ καλό ραδιόφωνο (μάρκας PYE) κι ένα πικάπ (μάρκας Garrard) που έπαιζε δίσκους 78 και 45 στροφών, που μόλις τότε είχαν πρωτοβγεί στην αγορά. Ξόδευα ατέλειωτες ώρες σ’ αυτό το μηχάνημα. Ήξερα όλα τα τραγούδια που είχαμε απ’ έξω. Το κακό για τους γονείς μου ήταν ότι τα... τραγουδούσα κιόλας. Ήμουν τελείως παράφωνος. Όμως, η μουσική και τα ηχοσυστήματα έγιναν από τότε δυο μεγάλες μου αγάπες που εξακολουθούν να είναι αγάπες μέχρι και σήμερα. Μάλιστα, όποτε είχαμε πάρτι στο σπίτι, όλοι λέγανε «ο Γιωργάκης να βάζει τη μουσική». Ήξερα να βάλω αμέσως ό,τι μου ζητούσαν. Από Καλαματιανό μέχρι και Paul Anka... Δεύτερη καταγραφή Από αυτή την περίοδο, τα σημαντικά στοιχεία, είναι τα παρακάτω. Σκόπιμα, κρατάω το ίδιο μοντέλο καταγραφής που κράτησα στο προηγούμενο κεφάλαιο, ώστε να μπορέσω στο τέλος αυτής της καταγραφής να τα ταξινομήσω. Στο λέω ξανά: Κάνε κι εσύ το ίδιο. Αν το κάνεις, ίσως βγει «ζουμί». Για να μη γίνω κουραστικός, δεν θα στο ξαναπώ. Από δω και μπρος, κάνε του κεφαλιού σου. Η επινόηση παιχνιδιών (Η Δημιουργικότητα) Το διάβασμα Το χιούμορ ( Για παράδειγμα, ο Καραγκιόζης κι ο Σουρής) Η μουσική Τα ηχοσυστήματα. Συμβολίζουν την αγάπη μου για την τεχνολογία.