Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017

Το τέλος της ...Οδύσσειας

Το τέλος της ...Οδύσσειας


Στο Samutaikan, τη σχολή των πολεμικών τεχνών, τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά: Με τον άλλο εκπαιδευτή στο Καράτε είχαμε πολλές διαφορές. Από θέματα τεχνικής μέχρι συγκρούσεις για το ποιος από τους δύο έχει καλύτερη επαφή με τους μαθητές. Αυτό, μοιραία οδήγησε σε σύγκρουση και, κάποια στιγμή, ο άλλος εκπαιδευτής αποχώρησε. Τον ακολούθησαν πολύ λιγότεροι μαθητές απ’ όσους έμειναν. Και όσοι έμειναν ήταν κατά 80% φοιτητές.
O ιδιοκτήτης της σχολής είχε σχέση με μια όμορφη χωρισμένη κοπέλα που την έλεγαν Μαριάννα. Πράσινο μάτι και μαύρο μαλλί. Την έβλεπα που ερχόταν κάποιες φορές και παρακολουθούσε την προπόνηση, αλλά πέρα από μια τυπική σύσταση δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Κάποια στιγμή χωρίσανε.
Πέντε μήνες μετά, τη συνάντησα εντελώς τυχαία έξω από έναν θερινό κινηματογράφο που υπήρχε δίπλα στο σπίτι μου. Είχαμε πάει και οι δύο να δούμε το έργο και ήμασταν και οι δύο μόνοι μας. Ο έρωτας ήταν αμοιβαίος και κεραυνοβόλος. Με περνούσε 2 χρόνια. Ήταν η πρώτη φορά που δημιουργούσα «σοβαρό δεσμό». Όπως καταλαβαίνεις, ήταν δύσκολο πια να παραμείνω στο Samuraikan... Έτσι, με την ενθάρρυνση των μαθητών μου και τη στήριξη της Μαριάννας πήραμε την απόφαση να φύγουμε και να κάνουμε όλοι μαζί μια καινούργια και ανεξάρτητη σχολή.
Έτσι δημιουργήθηκε η A.K.D.A (Athens Karate Do Association). Ήταν ένας ερασιτεχνικός σύλλογος που αποτελείτο κατά 80% από φοιτητές. Τα πήγαμε περίφημα. Μέχρι που το 1970, μετά από μία επίδειξη που κάναμε, η A.K.D.A. ανέλαβε τη διδασκαλία του Καράτε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ήταν η πρώτη φορά που το Καράτε έμπαινε σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Ελλάδα!
Από και πέρα η A.K.D.A έζησε μια χρυσή εποχή. Γέμισε από σπουδαστές του Πολυτεχνείου και του πανεπιστημίου και, άρχισε να προσελκύει και νέους επιστήμονες. Η A.K.D.A. δεν ήταν ένας απλός σύλλογος Καράτε. Ήταν πάνω απ’ όλα μια όαση ελεύθερης έκφρασης μέσα στα χρόνια της δικτατορίας. Βέβαια, όλο και κάποιον «σπιούνο» είχαμε, αλλά από τη μια τους αναγνωρίζαμε εύκολα, και απ’ την άλλη δεν κάναμε τίποτα παράνομο. Άσε που τους κερδίζαμε και γινόντουσαν «δικοί μας». Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην εποχή που ξεκινούσε η A.K.D.A.
Ο πατέρας μου είχε πάρει στα σοβαρά την πρόθεσή μου να σπουδάσω. Όλο εκείνο το διάστημα που εγώ ήμουν αφοσιωμένος στην A.K.D.A, τη Μαριάννα και τη βραδινή παρέα, εκείνος έψαχνε για το μέλλον μου. Κάποια μέρα μου είπε την καλή είδηση: Στην Αμερικάνικη αεροπορική βάση του Ελληνικού, υπήρχε ένα παράτημα του πανεπιστημίου του Maryland. Ο σκοπός της ύπαρξής του ήταν να δίνει την ευκαιρία στους στρατευμένους να σπουδάσουν ή να συνεχίσουν τις σπουδές τους. Τα κριτήρια για να μπεις ήταν συγκεχυμένα: Κατά βάση, έπρεπε να περάσεις ένα τεστ που αποτελούσε κριτήριο εισαγωγής στ’ Αμερικάνικα πανεπιστήμια για εκείνη την εποχή και, φυσικά να έχεις τη δυνατότητα να πληρώνεις τα μαθήματα.
Αυτό το τεστ δεν είχε μια απόλυτα σταθερή βάση κάτω από την οποία δεν μπορούσες να μπεις σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Κάθε Αμερικάνικο πανεπιστήμιο έβαζε τη βάση όπου ήθελε. Για παράδειγμα, μπορεί ένα πανεπιστήμιο σαν το Χάρβαρντ να έβαζε τη βάση στο 80 (με άριστα το 100) ενώ, κάποιο άλλο, να την έβαζε στο 30. Το συγκεκριμένο παράρτημα είχε (για ευνόητους λόγους) τη βάση αρκετά χαμηλά.
 Έλεγαν ότι το παράρτημα αυτό δεν ήταν διαθέσιμο σε Έλληνες υπηκόους. Εγώ είχα μπει ως ...Αιγύπτιος υπήκοος. Όμως, είχε ένα σωρό Έλληνες. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν παιδιά στρατιωτικών (υπήρχε δικτατορία τότε). Οι υπόλοιποι είχαν καταλήξει εκεί με απροσδιόριστα κριτήρια. Πάντως και η Μαριάννα μπήκε μαζί μου στο Πανεπιστήμιο και τα πρώτα μαθήματα τα παρακολουθήσαμε παρέα. Τι σπουδάζαμε; Πολιτικές επιστήμες...
Για να πάρεις πτυχίο έπρεπε να περάσεις συνολικά 40 μαθήματα. Δέκα μαθήματα το χρόνο. Κάθε μάθημα κόστιζε 55 δολάρια. Η παρακολούθηση των μαθημάτων ήταν υποχρεωτική. Κάθε μάθημα ήταν δύο βράδια την εβδομάδα για 3 ώρες. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόμουν σε άμεση επαφή με το αμερικάνικο εκπαιδευτικό σύστημα. Εντυπωσιάστηκα. Οι καθηγητές ήταν τόσο προσιτοί στους φοιτητές που, σχεδόν ήμασταν φίλοι. Τα μαθήματα είχαν μια λογική. Ήταν κατανοητά. Τα βιβλία εξαιρετικής ποιότητας και γραμμένα απλά και κατανοητά. Γινόταν αμέσως αισθητό ότι ήσουν σ’ ένα πανεπιστημιακό χώρο που ο σκοπός του ήταν να σε διευκολύνει να μάθεις πράγματα.
Υπήρχε επίσης ακόμη ένα καλό. Δεν υποχρεωνόσουν να δεσμευτείς από την αρχή όσον αφορά στο τι θα σπουδάσεις. Υπήρχαν κάποια υποχρεωτικά μαθήματα που έπρεπε να τα πάρεις ό,τι κι αν αποφάσιζες να σπουδάσεις. Ήταν γύρω στα 15 με 20. Από εκεί και πέρα, διάλεγες πού θα εστιάσεις. Αυτό σημαίνει πως αυτό το εκπαιδευτικό σύστημα δεν σε δέσμευε ν’ αποφασίσεις πρόωρα. Σου έδιναν την ευκαιρία να εκτεθείς για 2 σχεδόν χρόνια σε διάφορα μαθήματα και μετά ν’ αποφασίσεις.
Ήμουν πολύ ευτυχισμένος που σπούδαζα στο πανεπιστήμιο το Maryland. Παρακολουθούσα τα μαθήματα, διάβαζα με κέφι και περνούσα τις εξετάσεις με καλούς βαθμούς. Παράλληλα ο σύλλογος του Καράτε πήγαινε μια χαρά. Το μόνο που δεν πήγαινε καλά ήταν η σχέση μου με τη Μαριάννα: Μου είχε βάλει τα δύο πόδια σ’ ένα παπούτσι! Μέχρι και στην AKDA, μπορεί εγώ να ήμουν ο «διευθύνων εκπαιδευτής», αλλά ο πραγματικός «διευθύνων» ήταν η Μαριάννα. Έτσι σε 1,5 χρόνο έφυγα απ’ τη σχέση. Η συνέπεια ήταν να εγκαταλείψει η Μαριάννα το πανεπιστήμιο. Εγώ, φυσικά, συνέχισα.
Στο τέλος του πρώτου έτους ένα υποχρεωτικό μάθημα που έπρεπε να πάρω ήταν η Εισαγωγή στην Ψυχολογία. Η καθηγήτρια ήταν μια Ελληνίδα με Ph. D. Μια γλυκιά γυναίκα γύρω στα 50 με γκρίζα μαλλιά. Την έλεγαν Βάσω Βασιλείου. (Αργότερα κατάλαβα ότι ήταν μία από τις μεγάλες μορφές στον πρωτόγονο τότε χώρο της ψυχολογίας στην Ελλάδα).
Είδα την καθηγήτρια, έπιασα στα χέρια μου και το βιβλίο που έπρεπε να διαβάσουμε για το μάθημα και είπα: «Εδώ είμαστε»! Ήταν μια αίσθηση πολύ παρόμοια μ’ εκείνην που είχα όταν συνάντησα για πρώτη φορά τον δάσκαλό μου του Καράτε. (Σημειωτέον, εκείνο το βιβλίο το έχω ακόμα στη βιβλιοθήκη μου. Αν το δεις, θα συνειδητοποιήσεις πως τέτοια συγγράμματα στην Ελλάδα θα έχουμε μετά από 20 χρόνια! Δηλαδή, με βάση την Ελληνική πραγματικότητα, το βιβλίο αυτό (35 χρόνια πριν, ήταν 55 χρόνια μπροστά!). Έτσι, επί τέλους μετά από τρία χρόνια φοιτητικής περιπλάνησης, είχα βρει το δρόμο μου. Μάλιστα, αξίζει ν’ αναφέρω ότι μετ’ από ένα εξάμηνο, βαθιά μέσα μου γνώριζα ότι στην επιστήμη αυτή θα φτάσω μέχρι το διδακτορικό.
Μεταξύ 1967 και 1974, στην Ελλάδα είχαμε δικτατορία. Μια και η λέσχη του Καράτε αποτελείτο κατά 80% από φοιτητές και σπουδαστές, ήταν φυσικό μέσα εκεί να γίνονται ένα σωρό φιλοσοφικές και πολιτικές συζητήσεις. Έτσι, σιγά - σιγά η A.K.D.A έγινε κι ένας χώρος πνευματικής έκφρασης σε μια εποχή καταπίεσης. Ας δώσω ένα παράδειγμα:
Το 1973 πήγαμε με την ομάδα του Καράτε στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα το οποίο γινόταν στο Teeside της Αγγλίας. Μείναμε αρχικά 4 μέρες στο Λονδίνο όπου παρακολουθήσαμε ένα 6ωρο καθημερινό πρόγραμμα εξαντλητικής προπόνησης και στη συνέχεια πήγαμε με πούλμαν στο Teeside.
Την εποχή εκείνη η μουσική του Μίκη Θεοδωράκη ήταν απαγορευμένη. Έτσι, με το που βρέθηκα στο Λονδίνο αγόρασα όλους τους δίσκους που είχε βγάλει εκείνη την περίοδο και τους έφερα στην Ελλάδα. Πώς; Τους χρησιμοποίησα για να διπλώσω τη στολή του Καράτε. Οι δίσκοι ήταν τυλιγμένοι μέσα στη στολή και η στολή ήταν τυλιγμένη με τη μαύρη ζώνη.
Μπορεί η μουσική του Θεοδωράκη να απαγορεύονταν, αλλά υπήρχαν στην Πλάκα της Αθήνας μερικές «αντιστασιακές» μπουάτ όπου ήταν δυνατόν ν’ ακούσεις και απαγορευμένα τραγούδια. Έτσι, θα έλεγα ότι οι μπουάτ και το τότε ονομαζόμενο «νέο κύμα», ήταν σίγουρα μία από τις αγάπες μου εκείνης της εποχής. Μην ξεχνάς ότι είχα αρχίσει και να μαθαίνω κιθάρα.
Ήταν ήδη 1972-73 όπου οι μηχανισμοί της δικτατορίας είχαν διαβρωθεί. Έτσι, ο ιδιοκτήτης της μπουάτ (υποτίθεται αντιστασιακός) λάδωνε τον ρουφιάνο της περιοχής ώστε να κάνει τα στραβά μάτια και (υποθέτω) μέσω του ρουφιάνου λάδωνε και την τοπική αστυνομία. Μ’ άλλα λόγια, η πατροπαράδοτη Ελληνική συνταγή η οποία αποδεικνύεται διαχρονική. Τα ίδια γίνονται σήμερα με τα ονομαζόμενα «ναρκωτικά». Το λέω αυτό, διότι έτσι όπως έχουν γίνει τα πράγματα, η έννοια της λέξης «ναρκωτικά» όπως την ορίζουμε στη σύγχρονη κοινωνία θα πει «παράνομες ουσίες». Έτσι όμως και δούμε τι κυκλοφορεί ανάμεσα στις νόμιμες ουσίες, θα καταλάβουμε πως μερικά από τα ονομαζόμενα σήμερα «ναρκωτικά» μπορεί να είναι πολύ πιο ήπια και ανώδυνα από τα νόμιμα! Παραδείγματα; Το αλκοόλ, τα ψυχοφάρμακα και (κυρίως) ο συνδυασμός τους.
Το υπνοδωμάτιό μου στην Κηφισίας 8 επικοινωνούσε με μια συρόμενη τζαμόπορτα με το σαλόνι. Έτσι, όταν η παρέα μεγάλωσε και το δωμάτιο δεν μας χωρούσε πια, ανοίξαμε τη τζαμόπορτα και κάναμε «κατάληψη» και στο σαλόνι. (Το δωμάτιο των γονιών μου ήταν στην άλλη άκρη του σπιτιού, και ποτέ δεν μας ενόχλησαν). Από κει πέρα, ξεκίνησαν και οι ποιητικές βραδιές. Συνήθως τα Σαββατόβραδα το σαλόνι μετατρεπόταν σε μπουάτ. Ο Φοίβος και ο Δημήτρης έπαιζαν κιθάρα. Μερικοί άλλοι κι εγώ, διαβάζαμε ποιήματα του Ρίτσου, του Καβάδια, του Πάμπλο Νερούντα, του Ναζίμ Χικμέτ, του Μαγικόβσκι και άλλων. Διαβάζαμε και κανένα δικό μας. Στις συγκεντρώσεις αυτές, εκτός από την παλιοπαρέα του δωματίου συμμετείχαν και παιδιά της A.Κ.D.A.
Όπως είπαμε, η A.K.D.A. ήταν μια πολύ κοινωνική λέσχη. Έτσι, την ώρα της προπόνησης μαζευόντουσαν οι φίλοι και παρακολουθούσαν την προπόνηση. Όπως είναι φυσικό, ανάμεσα στους φίλους υπήρχαν και φίλες. Έτσι, γνώρισα τη γυναίκα που 1,5 χρόνο αργότερα παντρευτήκαμε. Την έλεγαν Σοφία. Ήταν ένα χρόνο μικρότερή μου. Ο πατέρας της Κρητικός και η μητέρα της μία Αγγλίδα αρχαιολόγος η οποία έκανε χρόνια ανασκαφές στην Κρήτη. Η Σοφία ήταν το αντίθετο τής Μαριάννας: Εκεί που η Μαριάννα ήταν ικανή να μου ...βγάλει τα μάτια επειδή και μόνον με κοίταξε μια άλλη κοπέλα, η Σοφία χαιρότανε που άρεσα στις κοπέλες.
Την τελευταία φορά που είδα τη Σοφία ήταν τον Απρίλιο του 2006. Ήρθαν με τον 2ο σύζυγό της στο πάρτι που έκανα για την έκδοση του 20ου μου βιβλίου. Κάποια στιγμή την ξεμονάχιασα στο μπαλκόνι και της είπα κάτι που το πιστεύω απόλυτα: «Αν ήταν να ζήσω τη ζωή μου ξανά απ’ την αρχή, πάλι εσένα θα διάλεγα. Άσχετο αν πάλι θα χώριζα. Αυτό δεν έχει να κάνει με σένα. Απλά, δεν έχω τις προδιαγραφές για γάμο».
Όμως, ο σκοπός αυτού του βιβλίου δεν είναι αυτοβιογραφικός. Τα όσα αναφέρω από τη βιογραφία μου έχουν σκοπό να με βοηθήσουν να θυμηθώ και να εντοπίσω τις «αγάπες» που είχα σε διάφορες εποχές της ζωής μου και να παρασύρω κι εσένα να κάνεις το ίδιο. Ας κάνουμε λοιπόν άλλη μία καταγραφή από τις αγάπες εκείνης της εποχής.

Έβδομη καταγραφή


Η A.K.D.A. σαν λέσχη.
Το πανεπιστήμιο.
Η ψυχολογία.
Η κιθάρα.
Οι μπουάτ και το νέο κύμα.

Οι ποιητικές βραδιές.

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017

Η …Οδύσσεια

Η …Οδύσσεια

Αφιερωμένο στους νέους που είναι χαμένοι στο διάστημα...

Όταν επέστρεψα από το Λονδίνο στην Ελλάδα, τα πράγματα είχαν αλλάξει πολύ: Η οικογένειά μου είχε μετακομίσει στη Φιλοθέη και το σπίτι, δεν είχε δωμάτιο για μένα. Ο πατέρας μου είχε αρχίσει να στριμώχνεται πολύ οικονομικά. Παράλληλα, υπήρχε δικτατορία.
Στη Φιλοθέη, αρχικά, δεν γνώριζα κανέναν. Ήμουν όμως τυχερός. Ζούσαμε σ’ ένα διώροφο με τρία διαμερίσματα. Στο ένα από τα δύο κάτω διαμερίσματα ζούσε ένας συνομήλικός μου, ο Θόδωρος. Χάρις σ’ αυτόν, απέκτησα φίλους και στη Φιλοθέη.
Την εποχή εκείνη, οι γονείς μου ήταν εχθρικά απογοητευμένοι από μένα: Είχαν πουλήσει ένα οικόπεδο στην περιοχή της Βούλας, για να με στείλουν στην Αγγλία και είχα γυρίσει άπρακτος. Ένιωθα να τους είμαι ένα περιττό και δυσάρεστο βάρος.
Ζούσα στο «δωμάτιο υπηρεσίας». Ήταν το πολύ 1,5 επί 2,5 τετραγωνικά και επικοινωνούσε μόνο με την κουζίνα. Τους δύο πρώτους μήνες, το καθημερινό μου πρόγραμμα ήταν: Ξυπνούσα στις 2.30 το μεσημέρι. Έπινα καφέ στην κουζίνα κι έμπαινα ξανά στο δωμάτιο. Διάβαζα λογοτεχνία μέχρι τις 4 κι όταν άδειαζε η κουζίνα, έμπαινα να φάω ό,τι βρω. (Δεν ήθελα να τρώω μαζί τους και να εισπράττω τα βλέμματα της απόρριψης). Στις 6, κατέβαινα στο υπόγειο (ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό) και μέχρι τις 8.30, έκανα Καράτε. Μετά, συναντιόμασταν με το Θόδωρο και βγαίναμε βόλτα. Συνήθως, επιστρέφαμε γύρω στις 2 το πρωί. Έμπαινα στο δωμάτιο και μέχρι να ξημερώσει διάβαζα λογοτεχνία. Καζαντζάκη, Κρόνιν, Τσβάϊχ, Μπρεχτ και άλλους. Κοιμόμουν γύρω στις 7 και ξυπνούσα στις 2.30.
Κάποια μέρα, ο πατέρας μου, στην προσπάθεια να με βάλει στον «ίσιο δρόμο» μου ανακοίνωσε ότι μου κόβει το χαρτζιλίκι των 20 δραχμών που μου έδινε κάθε μέρα. Τα τσιγάρα μου, έκαναν 16 δραχμές. Δεν κώλωσα. Με αφορμή ένα περιστατικό στο οποίο η παρέα της Φιλοθέης είδε τις ικανότητές μου στο Καράτε, άρχισα να διδάσκω Καράτε στο υπόγειο, έναντι αμοιβής! Νομίζω, πως από δω αρχίζει η χειραφέτηση μου. Αρχικά, είχα 6 μαθητές αλλά, στην πορεία, προστέθηκαν κι άλλοι. Τα λεφτά που έβγαζα, ήταν αρκετά ώστε να καλύπτω τις ανάγκες μου. Παρόλο που, από επαγγελματικό προσανατολισμό ήμουν στο χάος, οι μέρες κυλούσαν όμορφα.
Στις αρχές του καλοκαιριού εκείνης της χρονιάς, η οικονομική μας κατάσταση επέβαλε να μετακομίσουμε. Έτσι, από το πολυτελές σπίτι της Φιλοθέης, βρεθήκαμε στους Αμπελόκηπους, Λ. Κηφισίας 8. Η πολυκατοικία ήταν μέσα στο καυσαέριο και το θόρυβο. Μέναμε στον 1ο όροφο. Από το υπνοδωμάτιό μου έβλεπα μια στάση λεωφορείου κι ένα περίπτερο.
Αυτή η μετακόμιση μου έκοψε τα πόδια. Δεν υπήρχε πια χώρος για Καράτε και οι «μαθητές» μου ζούσαν στη Φιλοθέη. Έτσι, έχασα και το μικρό εισόδημα που είχα και βρέθηκα στη δυσάρεστη θέση να εξαρτιέμαι οικονομικά απ’ τον πατέρα μου.
Ευτυχώς αυτή η κατάσταση δεν κράτησε πολύ. Έμαθα ότι είχε ανοίξει μια σχολή Πολεμικών τεχνών στην Κυψέλη ονόματι Samuraikan κι έψαχναν για δάσκαλο Καράτε. Η σχολή διέθετε ήδη έναν δάσκαλο που έλεγε ότι είχε μαύρη ζώνη. Μια κι εγώ είχα ακόμα μπλε ζώνη (δύο βαθμίδες πιο κάτω από τη μαύρη) με προσέλαβαν σαν βοηθό εκπαιδευτή. Έτσι, δεν είχα πια ανάγκη το χαρτζιλίκι του πατέρα μου.
Ο πατέρας μου διαπιστώνοντας ότι είχα εξασφαλίσει κάποιο εισόδημα, με φώναξ’ έν’ απόγευμα να συζητήσουμε. Παραθέτω τη συζήτηση διότι πιστεύω ότι αποτελεί ένα δείγμα ...επαγγελματικού προσανατολισμού.
- Τι θα κάνεις με το μέλλον σου Γιώργο;
- Θα γίνω δάσκαλος Καράτε.
- Δηλαδή δεν θέλεις να σπουδάσεις.
- Πώς δεν θέλω;!
- Τι θέλεις να σπουδάσεις;
- Δεν ξέρω ...Πάντως τίποτα που να έχει σχέση με μαθηματικά, φυσική και χημεία.
- Ωραία. Έχω κάτι να σου προτείνω: Εσύ, επειδή είσαι Έλληνας από την Αίγυπτο δικαιούσαι να εγγραφείς στο Πανεπιστήμιο χωρίς εξετάσεις!
- Και να σπουδάσω τι;
- Πολιτικές επιστήμες.
- Τι πράμα;
- Γιατί όχι; Ξέρεις 4 γλώσσες.
- Και τι σχέση έχουν οι γλώσσες με τις πολιτικές επιστήμες;
- Αν σπουδάσεις Πολιτικές επιστήμες, ξέροντας 4 γλώσσες θα μπεις στο διπλωματικό σώμα και κάποια μέρα θα γίνεις πρεσβευτής.
- Και τι σχέση έχω εγώ με το διπλωματικό σώμα;
- Πώς δεν έχεις; Δεν ήθελες να γίνεις ηθοποιός; Τι είναι οι διπλωμάτες; Ηθοποιοί! Έτσι, θα έχεις την ευκαιρία να εκμεταλλευτείς το ταλέντο σου.
Έχεις ακούσει την έκφραση «ο πνιγμένος απ’ τα μαλλιά του πιάνεται»; Ακριβώς αυτό έγινε εκείνη τη στιγμή: Από επαγγελματικό προσανατολισμό εκείνη την εποχή ήμουν χαμένος στο διάστημα κι έψαχνα για ...σουβλατζίδικο. Έτσι, η πρόταση του πατέρα μου ήταν για μένα μια σανίδα στον ωκεανό. Μου έδινε έναν προορισμό που με λύτρωνε από το άγχος επαγγελματικής αποκατάστασης.
Πράγματι, γράφτηκα στο τμήμα Πολιτικών και Οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών (Καποδιστριακό). Μέχρι τότε, είχα συνηθίσει στα πρότυπα των Αγγλικών Πανεπιστημίων. Αυτό που αντιμετώπιζα ήταν τελείως πρωτόγνωρο. Για παράδειγμα: Είχαμε μάθημα 10 με 12 το πρωί σε κάποιο αμφιθέατρο στο κτίριο της οδού Σόλωνος. Το επόμενο μάθημα γινόταν 4-5 το απόγευμα σ’ έναν ...κινηματογράφο της οδού Ακαδημίας ο οποίος λεγόταν Ίρις. Από τις 12 μέχρι της 4 ξοδεύαμε στο χρόνο μας στα σφαιριστήρια. Παίζαμε μπιλιάρδο, ποδοσφαιράκι ή τον πρόγονο των σημερινών ηλεκτρονικών παιχνιδιών, το ...φλιπεράκι.
Άσε που δεν μπορούσα να διαβάσω. Τα Πανεπιστημιακά συγγράμματα ήταν τυπωμένα σ’ ένα χαρτί που έμοιαζε με στυπόχαρτο. Είχα συνηθίσει στ’ αγγλικά συγγράμματα που ήταν καλής ποιότητας κι όταν έπιανα τις σελίδες από αυτά εδώ, ανατρίχιαζα! Χώρια που δεν πολυκαταλάβαινα και τι γράφανε.
Μέσα σε τρεις μήνες η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Έτσι, αυτό που αρχικά έμοιαζε με αίσθηση προορισμού, μετατράπηκε σ’ ένα έντονο άγχος. Κινδύνευα για άλλη μια φορά να τα παρατήσω στη μέση. Δεν ήθελα με τίποτα να χρεωθώ την ευθύνη της απόφασης να διακόψω κι αυτές τις σπουδές. Έτσι, είχα τη φαεινή ιδέα να ζητήσω απ’ τον πατέρα μου να έρθει μια μέρα μαζί μου στο Πανεπιστήμιο ώστε να διαπιστώσει από μόνος του ποια είναι η κατάσταση. (Φυσικά, διάλεξα τη χειρότερη μέρα από πλευράς προγράμματος). Στη μέση της μέρας, ο πατέρας μου με πήρε και φύγαμε. Αυτό ήταν και το τέλος της σύντομης και μοναδικής μου θητείας σε Ελληνικό Πανεπιστήμιο.
Ο χειμώνας εκείνης της χρονιάς με βρήκε να διδάσκω Καράτε στο Samuraikan και από προσανατολισμό σπουδών να είμαι για άλλη μια φορά, στο χάος. Υπήρξε όμως ένα κέρδος που δεν είχα υπολογίσει: Το δωμάτιό μου στην Κηφισίας 8 γρήγορα έγινε το στέκι της παρέας. Ευτυχώς οι γονείς μου ήταν εξαιρετικά ανεκτικοί σ’ αυτό κι έτσι, το δωμάτιο είχε μετατραπεί σε ...κέντρο διανοούμενων νέων.
Η παρέα αποτελείτο από έναν φίλο που έκανα στη Φιλοθέη, ένα φίλο που γνώριζα απ’ το Τζούντο και μερικούς μαθητές μου στο Καράτε. Το κοινό που είχαμε ήταν ότι ήμασταν όλοι φοιτητές. (Εγώ δεν σπούδαζα κάτι συγκεκριμένο αλλά «γενικώς» ήμουν ...φοιτητής). Από εκείνη την παρέα, σήμερα αν τους πάρουμε έναν-έναν ξεκινώντας από μένα έχουμε:
Έναν ψυχολόγο με Ph. D. και συγγραφέα.
Έναν καθηγητή του Ε. Μ. Πολυτεχνείου (Δημήτρης Ηλίας).
Έναν δημοσιογράφο - ερευνητή και συγγραφέα ιστορικών βιβλίων (Φοίβος Οικονομίδης).
Έναν καθηγητή μαθηματικών (Γιάννης Μαντούζας).
Έναν πολιτικό μηχανικό (Δευκαλίων Πωλιουδάκης).
Σίγουρα έρχονταν κι άλλοι, αλλά εμείς ήμασταν οι «βασικοί». Κάθε βράδυ μαζευόταν η παρέα στο δωμάτιό μου και, ανάμεσα στα ντουμάνια του καπνού είχαμε δημιουργήσει μια άτυπη ...Ακαδημία. Συζητούσαμε τα πάντα και διαφωνούσαμε στα πάντα. Ήμασταν όμως μια παρέα ...μαγική.
Δύο από την παρέα μας, ο Δημήτρης κι ο Φοίβος, έπαιζαν κιθάρα. Ο Φοίβος μάλιστα έγραφε και τραγούδια και τραγουδούσε υπέροχα. Είχε μια βαθιά μπάσα βραχνή φωνή που μας καθήλωνε. Σύντομα η κιθάρα έγινε η μεγάλη μου αγάπη. Έτσι, εκτός από το Καράτε, το στέκι της Κηφισίας 8 και το ρόλο του δασκάλου (που είχε αρχίσει να μου αρέσει) προστέθηκε άλλη μια αγάπη: Η κιθάρα. (Ακόμα παίζω).

Έκτη καταγραφή


Εδώ δεν μπορώ να παραβλέψω το σύστημα υποστήριξης που είχα εκείνη την εποχή:
Η παρέα της Κηφισίας 8.
Οι πρώτοι μαθητές που είχα στο Καράτε.
Όσο για τις τότε «αγάπες» μου ήταν:
Το Καράτε.
Ο ρόλος του δασκάλου.

Η κιθάρα.

Δευτέρα 6 Φεβρουαρίου 2017

Για να διαβάσει κάποιος τα ανέκδοτα άρθρα που δημοσιεύω εδώ με τη σειρά που τα έγραψα, χρειάζεται να πάει στο τέλος της πρώτης σελίδας εκεί που λέει «Παλαιότερες αναρτήσεις» και να ξεκινήσει από Πέμπτη 19 Ιανουαρίου με τίτλο «Μια ιστορία από το διδακτορικό μου» και να συνεχίσει με Παρασκευή 20 Ιανουαρίου, Σάββατο 21 Ιανουαρίου

Στο Λονδίνο

Στο Λονδίνο

Η παρωδία του επαγγελματικού προσανατολισμού.

Πριν μιλήσω για το διάστημα που έζησα στο Λονδίνο, νιώθω την ανάγκη να περιγράψω, πώς βρέθηκα εκεί. Η ιστορία ξεκινάει απ’ τ’ αθλητικά αποδυτήρια, την εποχή που ήμουν στο οικοτροφείο στη Μανσούρα τής Αιγύπτου. Πήγαινα πρώτη γυμνασίου. Μόλις είχα τελειώσει την προπόνηση και έβγαζα τ’ αθλητικά για να φορέσω τα …μαθητικά. Στον απέναντι πάγκο, ήταν ένα παιδί της δευτέρας γυμνασίου. Δεν θυμάμαι πώς ήρθε η κουβέντα αλλά, ανέφερε πως ο αδελφός του, σπούδαζε αεροναυπηγός στην Αγγλία. Δεν ήξερα τι θα πει αυτό, όμως εντυπωσιάστηκα.
Παράλληλα υπήρχε και το έξης υπόβαθρο: Ο πατέρας μου, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πόλεμου, παρόλο που ζούσε στην Αίγυπτο, κατετάγη στην ΕΒΑ (Ελληνική Βασιλική Αεροπορία). Μια και ήξερε καλά την Αγγλική γλώσσα, η ΕΒΑ τον μετέθεσε στην Αγγλική RAF (Royal Air Force). Εκεί, υπηρέτησε για 4 χρόνια σαν ιπτάμενος ασυρματιστής – βομβαρδιστής σ’ ένα τετραθέσιο ελαφρύ βομβαρδιστικό που λεγότανε Baltimore.
Όταν αποστρατεύτηκε, οι Άγγλοι του χάρισαν το δερμάτινο σκουφί, τα γυαλιά και τα γάντια που φορούσε στο αεροπλάνο. Στις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς και της βαρεμάρας που περνούσα σαν παιδί, τα τρία αυτά αντικείμενα ήταν μέρος των «παιχνιδιών» μου. Τα φορούσα και παρίστανα τον πιλότο.
Πρόσεξε τώρα με ποιον τρόπο ο συνδυασμός μιας άγνωστης λέξης (αεροναυπηγός) σε συνδυασμό με την «αεροπορική στολή» του πατέρα και την εξιδανίκευση της δύναμης, μπορούν να οδηγήσουν έναν 12χρονο σ’ έναν «επαγγελματικό προσανατολισμό» της πλάκας:
Πάντοτε, ήμουν από τους πιο κοντούς στην τάξη. Όμως, αυτή την διαφορά δεν την αντιλαμβανόμουν σε καμία άλλη διάσταση στις σχέσεις μου με τους συνομηλίκους μου. Άσε που σε κάποια πράγματα υπερτερούσα. Για παράδειγμα, είχα γενικά αναγνωρισμένο ταλέντο στο θέατρο: Από τη Δευτέρα δημοτικού μέχρι και την έκτη Γυμνασίου (3η Λυκείου) ήμουν το παιδί που έλεγε τα ποιήματα σε όλες τις σχολικές γιορτές και, από τους πρωταγωνιστές στα θεατρικά έργα. Είχα όμως και μια «εντολή» που συνειδητά και ασυνείδητα μου μετέδιδε ο πατέρας μου: «Να μην κάνεις ότι κάνουν όλοι». Δηλαδή, «να διαφέρεις».
Και να ‘ταν μόνον η εξιδανίκευση της δύναμης και η πατρική εντολή, πάει καλά. Έλα όμως, που είχα και μια παράλληλη μητρική εντολή: «Να βγαίνεις πρώτος». Το έλεγε αυτό αλλά, δεν προσδιόριζε πού να είμαι πρώτος. Με το τότε παιδικό μυαλό μου, είχα εκλάβει αυτή την εντολή, σα να λέει, «να είσαι πρώτος στα πάντα».
Έτσι, σε συνδυασμό με τη μητρική εντολή, το τελικό μήνυμα ήταν «να είσαι δυνατός, να ξεχωρίζεις και να βγαίνεις πρώτος». Αν θέλεις βάζουμε και …σαντιγί: «Πάντα». Δηλαδή, ούτε λίγο ούτε πολύ, αυτοί οι δύο άνθρωποι που είχα για γονείς μου έλεγαν: «Αν θέλεις να σ’ αγαπάμε, γίνε ημίθεος»!
Έτσι, όταν ο συμμαθητής στ’ αποδυτήρια, μου εξήγησε πως «αεροναυπηγός» είναι κάποιος που σχεδιάζει αεροπλάνα, ενθουσιάστηκα! Η λέξη αυτή, ικανοποιούσε πλήρως τις επιταγές μου: Θα έκανα ένα επάγγελμα που ξεχωρίζει κι έτσι, θ’ αποκτούσα μεγάλη αξία... Δηλαδή, η απόφασή μου να πάω στα 18 μου για σπουδές στο Λονδίνο οφείλεται σε μια απόφαση που πήρα στ’ αποδυτήρια, όταν ήμουν πρώτη γυμνασίου!
Όταν τέλειωσα την Τρίτη Γυμνασίου, είχα να διαλέξω αν θα πάω στο Πρακτικό ή το Κλασικό. Ο σκοπός μου ήταν να σπουδάσω ...αεροναυπηγός. Έτσι, επέλεξα το Πρακτικό. Μόλις τέλειωσα το σχολείο, έφυγα στο Λονδίνο για αεροναυπηγός.
Στο Λονδίνο, δίδασκε Καράτε ένας από τους μεγαλύτερους Ιάπωνες δασκάλους εκείνης της εποχής: Ο Tatsuo Suzuki. Μόλις τον είδα έπαθα σοκ. Ένας άνθρωπος 45 ετών, περίπου στο ύψος μου και χωρίς καμία φανερά εντυπωσιακή μυϊκή διάπλαση. Τι με σόκαρε;
 Στα 16 μου, είχα δει στον κινηματογράφο μια ταινία που λεγόταν «Ο Κόσμος τη Νύχτα». Ήταν ντοκιμαντέρ. Ανάμεσα σε άλλα, είχε και μια επίδειξη Καράτε. Ο αρχηγός σ’ εκείνη την επίδειξη, ήταν ο άνθρωπος που έβλεπα μπροστά μου! Μάλιστα, θυμάμαι πως την ώρα που τον έβλεπα στον κινηματογράφο, επειδή ήταν κι αυτός μικροκαμωμένος αναθάρρησα. Στο Τζούντο, η δύναμη έπαιζε ρόλο κι είχα αρχίσει ν’ απογοητεύομαι.
Στο διάστημα που έμεινα στο Λονδίνο, έκανα μέχρι και δυο προπονήσεις Καράτε την ημέρα, 5 φορές την εβδομάδα. Από το Πανεπιστήμιο, κάπου - κάπου έκανα και καμιά «κοπάνα». Από το Καράτε ποτέ. Το Καράτε, δεν ήταν απλώς αγάπη. Ήταν έρωτας.
Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο συνειδητοποιούσα ότι είχα διαλέξει λάθος δρόμο σπουδών. Μπορεί να μην είχα πρόβλημα με τα μαθηματικά, τη φυσική και τη χημεία, όμως, δεν μου τραβούσαν καθόλου το ενδιαφέρον. Μπορεί να μην ήξερα ακόμα τι θα ήθελα πραγματικά να σπουδάσω, αλλά ήξερα ότι σίγουρα δεν ήθελα να γίνω αεροναυπηγός.
Βρισκόμουν σε πολύ δύσκολη θέση: Οι γονείς μου είχαν κάνει τόσα έξοδα για μένα. Με τι μούτρα θα τους έλεγα «ξέρετε… έκανα λάθος επιλογή»; Όμως, μέρα με τη μέρα, γινόταν όλο και πιο δυσάρεστο ν’ ασχολούμαι με τα μαθήματά μου. Είχα πέσει με τα μούτρα στο Καράτε. Κι όταν είχα διάθεση να διαβάσω, διάβαζα φιλοσοφία και πολιτική θεωρία.
Όσο περνούσε ο καιρός, άρχισα να υποφέρω από μια διαρκή αίσθηση ενοχών. Ήξερα πως δεν θα μπορέσω να γίνω αεροναυπηγός. Δεν είχα το κίνητρο. Δεν τολμούσα όμως, να το πω στους γονείς μου. Έτσι, ένιωθα ενοχές για δύο λόγους:
Α. Δεν μπορούσα ν’ αντεπεξέλθω στις προσδοκίες που ο ίδιος είχα καλλιεργήσει στους γονείς μου.
Β. Έκρυβα την αλήθεια.
Σ’ εκείνη τη φάση, με βοήθησε η κυρία Lewis. Ήταν η σπιτονοικοκυρά μου. Σαραντάρα, λεπτοκαμωμένη, θεατρικός πράκτορας, γαλλικής καταγωγής. Με συμπαθούσε ιδιαίτερα, γιατί μιλούσαμε γαλλικά. Αποφάσισα να της πω το πρόβλημά μου.
- Ωραία, και τι θα ‘θελες να κάνεις, με ρώτησε.
Εγώ, επηρεασμένος από το επάγγελμά της, ανέφερα τη …μακροχρόνια θεατρική μου εμπειρία.
- Και γιατί δεν πας σε μια δραματική σχολή; Εδώ, έχουμε μια από τις πιο ξακουστές δραματικές σχολές.
Έδειξα ενδιαφέρον. Έτσι, άρχισα να βλέπω έναν νέο δρόμο. Δεν άντεχα όμως άλλο τις ενοχές κι έγραψα στους γονείς μου ότι προετοιμάζομαι για εισαγωγικές εξετάσεις στη Δραματική Σχολή. Μόλις έλαβαν το γράμμα μου, με πήραν τηλέφωνο. Ακόμα ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή της μητέρας μου: «Τι θα γίνεις; Ηθοποιός; Δηλαδή, τοιούτος»;! (Με τα σημερινά Ελληνικά, θα πει ομοφυλόφιλος).
Στα 19,5 εγκατέλειψα το Λονδίνο και επέστρεψα στην Ελλάδα. Από τα 19,5 μέχρι τα 21 έζησα μια αληθινή Οδύσσεια επαγγελματικού προσανατολισμού. Μια πρώτη σκέψη, ήταν να γίνω επαγγελματίας δάσκαλος Καράτε. Όμως, για κάποιο λόγο, που τότε δεν τον είχα καταλάβει, μια φωνή μέσα μου έλεγε «δεν είναι αυτό για σένα». Αλλά, ας την πιάσουμε εκείνη την περίοδο χωριστά.

Πέμπτη καταγραφή


Το Καράτε (Η σωματική δύναμη).
Το διάβασμα των βιβλίων που είχα κουβαλήσει μαζί μου απ’ την Ελλάδα. (Η επιθυμία για γνώση).
Η μουσική: Ήταν η εποχή των Beatles και του Bob Dylan.
Το θέατρο (σα μια διέξοδος στον τομέα του επαγγελματικού μου προσανατολισμού).
Η Κιθάρα.

Ομολογώ ότι το επόμενο κεφάλαιο θα είναι οδυνηρό για μένα: Θυμίζει την πιο σκοτεινή και μελαγχολική περίοδο της μέχρι τώρα ζωής μου. Τι θέλεις και δεν γινότανε: Δικτατορία, οικονομική παρακμή της οικογένειας, κι εγώ χωρίς κανέναν προσανατολισμό. Απλά κρατιόμουν από μια σανίδα που ονομαζόταν Καράτε. Θα μπορούσα να μην το γράψω. Όμως θέλω να το αφιερώσω στους νέους από 19 με 25 που βρίσκονται σε μια ανάλογη φάση.