Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Πάρε κι άλλο

4. Βραδινή κουβέντα

Η ώρα είχε πάει 11.30. Ο Αντρέας ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ. Φορούσε ένα παντελόνι αθλητικής φόρμας κι ένα μακό. Ο Χάρης καθότανε στη διπλανή πολυθρόνα. Το σαλόνι ήταν ομιχλώδες απ΄ τα ντουμάνια. Το πλαστικό μπουκάλι με το τσίπουρο είχε φτάσει στη μέση. Στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ, υπήρχε ένα κουτί με δυο κομμάτια πίτσα. Ό,τι είχε απομείνει από την πίτσα – γίγα που είχαν παραγγείλει.
-       Βρε Χάρη. Δεν ανοίγουμε κανένα παράθυρο; Έχουμε φλομώσει στον καπνό.
Ο Χάρης άνοιξε τη μπαλκονόπορτα.
-       Πώς αλλάζουν τα πράγματα Αντρέα μου; Απόψε εγώ είμαι στην πολυθρόνα και εσύ στον καναπέ.
-       Έλα, άσε τις αηδίες. Ο καναπές σαν ψυχοθεραπευτική μέθοδος ανήκει στον προηγούμενο αιώνα.
-       Οι πελάτες σου πού κάθονται;
-       Δεν έχω πελάτες βρε! Επισκέπτες έχω.
-       Και ποια είναι η διαφορά;
-       Πελάτες έχουν οι μπακάληδες, οι ραφτάδες και οι κομμωτές.
-       Και οι γιατροί τι έχουν;
-       Ασθενείς.
-       Γιατί δεν τους λες ασθενείς;
-       Διότι, πρώτον δεν είμαι γιατρός και δεύτερον δεν είναι ασθενείς.
-       Και τι είναι;
-       Νορμάλ άνθρωποι με προβλήματα.
-       Κι  είναι όλοι νορμάλ;
-       Τους μη νορμάλ τους στέλνω αλλού.
-       Και γιατί λες πως το ντιβάνι ανήκει στον προηγούμενο αιώνα;
-       Είναι απλό. Ο Φρόυντ ήταν γιατρός. Διατήρησε λοιπόν το μοντέλο της ιατρικής. Ο ασθενής είναι ξαπλωμένος κι ο γιατρός από πάνω. Αν ο ασθενής πάσχει από κάτι σωματικό, την ξάπλα την καταλαβαίνω. Αν όμως έχει πρόβλημα με τη γυναίκα του, γιατί να είναι ξάπλα;
Είπανε διάφορα. Αρχικά, για την απογοήτευση που ένιωσε ο Αντρέας γνωρίζοντας εκείνο το απόγευμα από κοντά την κοπέλα που είχε γνωρίσει στο διαδίκτυο. Την είχε πλάσει αλλιώς στη φαντασία του.  Μετά μίλησαν για το χωρισμό του Αντρέα με τη Νάνσυ. Μίλησαν για τη σχέση του Χάρη με την τωρινή του σύντροφο, τη Λένα. Έφτασε 1 το πρωί. Είχαν και οι δύο εξαντληθεί. Ο Αντρέας ανακάθισε στον καναπέ κι άναψε την πίπα του.
-       Τι ώρα σηκώνεσαι αύριο Χάρη;
-       Δεν έχω πρόβλημα. Ό,τι ώρα ξυπνήσω.
-       Και η δουλειά;
-       Τα έχω φροντίσει. Αύριο θα πάμε για καφέ στην παραλιακή και μετά βλέπουμε. Ίσως πάμε και για ψάρι στη Νέα Κρήνη.  Εσύ, τι ώρα ξυπνάς;
Ο Αντρέας μειδίασε.
-       Αν κοιμηθώ...
-       Τόσο σοβαρά είναι τα πράγματα;
-       Ξυπνάω στον ύπνο μου με σφιγμένες γροθιές. Αν δεν σηκωθώ να καπνίσω μου έρχεται να σκάσω.
-       Να σου δώσω ένα χαπάκι για τον ύπνο;
-       Α, παίρνεις και τέτοια;
-       Όχι ρε! Αυτά τα χρησιμοποιούσε η Κλαίρη.
Ο Αντρέας βρήκε λίγο το χιούμορ του.
-       Τόσα χρόνια που έχετε χωρίσει θα είναι ληγμένα...
Ο Χάρης έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, κάθισε ξανά στην πολυθρόνα και άναψε τσιγάρο.
-       Αφού θέλεις να καπνίσεις τι την κλείνεις την πόρτα;
-       Έμπαζε λίγο. Να την ξανανοίξω.
-       Κατάλαβα. Ο χαβαλές συνεχίζεται. Ας γεμίσω κι εγώ μια πίπα.
-       Όμως Αντρέα να πούμε κάτι ευχάριστο.
-       Σαν τι ρε Χάρη;
-       Καμιά ιστορία απ΄ τη δουλειά σου.
-       Η δουλειά μου δεν έχει ευχάριστα. Έχει εντυπωσιακά.
-       Κάτσε τότε να σου πω εγώ μία. Αυτό έγινε στον έκτο μήνα που είχα προσλάβει το Βαγγέλη. Τώρα θυμάμαι ότι ήθελα να σου τηλεφωνήσω για να γελάσουμε αλλά μου διέφυγε. Άκου λοιπόν.
Ο Αντρέας άπλωσε την αρίδα του σαν παιδάκι που περιμένει να του πουν παραμύθι. Ο Χάρης πήρε αφηγηματικό ύφος.
-       Μας ήρθε μια κυρία γύρω στα 35 η οποία ήταν πολύ όμορφη. Μέχρι και η σπαζαρχίδω η Ρούλα το παραδέχτηκε. Γύρω στα 20 είχε κερδίσει κάποια καλλιστεία. Ήταν 10 χρόνια παντρεμένη και είχε ένα γιο 8 χρονών. Τους τελευταίους 3 μήνες είχε την υπόνοια ότι ο άντρας της την απατάει. Αυτός είναι μεγαλο-ασφαλιστής, γύρω στα 45 και γνωστός μπερμπάντης της Θεσσαλονίκης. Πάντα κυκλοφορούσε με κάτι αμαξάρες, να σου φύγει το καφάσι. Όμως φαίνεται πως τα πρώτα χρόνια του γάμου ήταν ...καλό παιδί. Είχε αφοσιωθεί στο γιο του και το σπίτι του.
-       Δηλαδή η γυναίκα ήταν έπιπλο;
-       Δεν θα το ΄λεγα. Ούτε όμως ήταν και κάποια που θα θαυμάσεις το μυαλό της.
-       Πώς να το θαυμάσεις; Αφού κοιτάς αλλού... Είπες η κυρία ήταν κούκλα.
-       Κάτσε ρε να σου πω την ιστορία. Αυτό που την έκανε να έρθει στο γραφείο μας ήταν ότι βρήκε στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου προφυλακτικά.
-       Χρησιμοποιημένα;
-       Στάματα ρε γελοίε! Αχρησιμοποίητα. Το θέμα δεν είναι εκεί. Τα τελευταία χρόνια ο σύζυγος δεν έπαιρνε ποτέ προφυλάξεις μαζί της. Είχε βαλθεί να κάνει και δεύτερο παιδί. Όταν πρώτο-ήρθε η κυρία, ο Βαγγέλης κι εγώ λείπαμε. Έτσι την υποδέχθηκε η Ρούλα. Μέσα σε μισή ώρα της είχε πει όλη την ιστορία. Η Ρούλα δεν προλάβαινε να της δίνει χαρτομάντιλα. Μπήκα στο γραφείο την ώρα που ετοιμαζόταν να φύγει. Καθίσαμε μαζί της άλλη μισή ώρα μαζί με τη Ρούλα. Μας τέλειωσαν τα χαρτομάντιλα. Αναλάβαμε να διερευνήσουμε την υπόθεση.
-       Πάντως βρε Χάρη, υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος. Μπερμπαντεύει, αλλά την προστατεύει.
-       Το ίδιο της είπε και η Ρούλα, αλλά τη μάλωσα. Γενικά η Ρούλα την έλεγε "μπεκάτσα".
-       Πάμε παρακάτω. Τι ακριβώς αναλάβατε να κάνετε;
-       Σε πρώτη φάση, θα παρακολουθούσαμε το τηλέφωνο του γραφείου του. Στο σπίτι δεν μιλούσε ποτέ από σταθερό τηλέφωνο.
-       Και πώς θα καταφέρνατε να παρακολουθούσατε το τηλέφωνο της δουλειάς του;
-       Αυτά για το Βαγγέλη είναι παιχνίδια. Έχει σπουδάσει φυσικός, και στα ηλεκτρονικά είναι άσος. Μέσα σε μια βδομάδα είχαμε καταγράψει 5 συνομιλίες ανάμεσα σ΄ αυτόν και μια γυναίκα με γλυκύτατη φωνή ακαθόριστης ηλικίας.
-       Από τις συζητήσεις που κάνανε δεν έβγαινε συμπέρασμα για την ηλικία της. Σωστά;
-       Κάπως έτσι. Οι συζητήσεις τους κράταγαν τουλάχιστον 15 λεπτά. Ήταν φανερό πως, αυτή δεν ήταν μια απλή εξωσυζυγική σχέση.
Ο Χάρης άναψε κι άλλο τσιγάρο.
-       Επειδή φοβόμουν τις αντιδράσεις της, προτίμησα να μην την εκθέσω στο υλικό που είχαμε μαζέψει. Της είπα ότι κάποιες ενδείξεις υπάρχουν αλλά θα περιμένει λίγο μέχρι να έχουμε αποδεικτικά στοιχεία.
-       Πολύ σοφό εκ μέρους σου.
-       Αυτά από σένα τα ΄μαθα βρε!
Ο Αντρέας καμάρωνε σα γύφτικο σκεπάρνι. Άναψε την πίπα του και άραξε στον καναπέ. Ο Χάρης συνέχισε.
-       Ο τύπος με την κυρία είχανε δώσει ραντεβού στο πιο κεντρικό σημείο της Θεσσαλονίκης. Έξυπνη κίνηση. Χάνεσαι μέσα στο πλήθος. Εμείς γνωρίζαμε το σημείο συνάντησης. Επίσης γνωρίζαμε ποιος είναι. Το μόνο στοιχείο που μας έλειπε ήταν μια φωτογραφία της. Έτσι, ο Βαγγέλης παίρνει την πανάκριβη φωτογραφική μας μηχανή και στήνεται πίσω από μια κολόνα. Αρχικά εμφανίζεται μια όμορφη κοπέλα η οποία κάποιον περίμενε. Ο Βαγγέλης της έβγαλε μερικές φωτογραφίες. Σε λίγο πέρασε ένα ταξί με κάποιον μέσα, την πήρε και φύγανε. Μετά από δύο λεπτά εμφανίστηκε ο σύζυγος – στόχος  στο επίμαχο σημείο και περίμενε. Ο Βαγγέλης του έβγαλε μερικές φωτογραφίες. Λίγο αργότερα πλησίασε μια εντυπωσιακή γυναίκα και στάθηκε δίπλα του. Ο Βαγγέλης τους έβγαλε μερικές φωτογραφίες. Ήρθε όμως ένας τύπος, την πήρε από το χέρι και φύγανε. Ο σύζυγος ήταν ακόμα στημένος εκεί. Το ίδιο και ο Βαγγέλης.
Ο Χάρης έκανε μια παύση κι έβαλε λίγο τσίπουρο.
-       Έχεις πάρει χαμπάρι Χαρούλη ότι το τσίπουρο έχει κατέβει κάτω απ΄  το μισό;
-       Ε, και που το λες τι έγινε; Αφού κι εσύ το πίνεις. Κάτσε τώρα να σου πω τη συνέχεια: Ο Βαγγέλης βλέπει κάποια στιγμή το σύζυγο να έχει ανοίξει την αγκαλιά του για να υποδεχθεί κάποια. Κατέβασε την κάμερα και κοίταξε προς την κατεύθυνση από την οποία θα ερχόταν η ερωμένη. Και τι είδε;
-       Τι είδε ρε;
Ο Χάρης είχε ξεραθεί στα γέλια.
-       Μια γυναίκα πάνω από 100 κιλά, μισό κεφάλι πιο κοντή του και από ντύσιμο, άστα να πάνε. Μόλις την είδε ο Βαγγέλης, του έπεσε η μηχανή από τα χέρια! Όχι μόνο δεν φωτογράφισε τίποτα, αλλά πληρώσαμε κι έναν σκασμό λεφτά για την επισκευάσουμε.
Μέχρι να πούνε οι δύο φίλοι καληνύχτα είχε πάει 2.30 το πρωί.



Δεν υπάρχουν σχόλια: