Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Μέχρι να πάω στο σχολείο

 Μέχρι να πάω στο σχολείο


Γεννήθηκα στο Πορτ Σάιντ της Αιγύπτου, μια πόλη στη διώρυγα του Σουέζ. (Η διώρυγα συνδέει τη Μεσόγειο Θάλασσα με τον Ινδικό Ωκεανό). Από τότε που γεννήθηκα και μέχρι τα 4, ζούσα σ’ αυτήν την πόλη με τη γιαγιά Κατερινιά (μάνα της μάνας μου) και τα δύο ανύπαντρα αδέλφια της μητέρας μου: Το Γιάννη 27 και το Βασίλη 29 ετών. Ο παππούς μου, ο Δημητρός είχε πεθάνει όταν ήμουν 8 μηνών.
Οι γονείς μου, ζούσαν την εποχή εκείνη, σε μια πόλη της νότιας Αιγύπτου που τη λένε Τάχτα. Αρχικά, με είχαν πάρει μαζί τους αλλά, επειδή έπαθα διφθερίτιδα και γλίτωσα την τελευταία στιγμή, προτίμησαν να με αφήσουν στη γιαγιά μου στο Πορτ Σάιντ. Η ενδοχώρα ήταν γεμάτη αρρώστιες και φοβόντουσαν πως, αν πάθω τίποτ’ άλλο σ’ αυτό το πρωτόγονο μέρος, δεν θα γλίτωνα. Με πήγαν λοιπόν στη γιαγιά που ζούσε μόνιμα στο Πορτ Σάιντ.
Στο σπίτι της γιαγιάς, ήμουν ευτυχής. Οι τρεις άνθρωποι που με μεγάλωναν, με δεχόντουσαν όπως ήμουν και μ’ έκαναν χάζι. Θυμάμαι ότι γελούσαμε πολύ συχνά. Η αγάπη μου εκείνη την εποχή, ήταν ο θείος μου ο Γιάννης. Ήταν γύρω στα 27 κι εργαζόταν σαν τορναδόρος σ’ ένα Γαλλικό εργοστάσιο. Είχε βάλει στο ποδήλατό του ένα μικρό ξύλινο καρεκλάκι για να κάθομαι, και με πήγαινε βόλτα. Ο θείος μου ο Γιάννης ήταν ο πρώτος άνθρωπος με τον οποίο βίωσα το συναίσθημα της αμοιβαίας αγάπης.
Βέβαια, αγαπούσα κι άλλους ανθρώπους: Τη γιαγιά Κατερινιά. Ήταν η μόνη που μιλούσε με την προφορά του τόπου καταγωγής της, δηλαδή το Καστελόριζο. Αυτή η προφορά, μου φαινόταν πολύ αστεία. Για παράδειγμα, έλεγε «Γιώργο, φέρε μου το βολόνι να σε ράψω το πεκάμισο».
Αγαπούσα επίσης την πρώτη ξαδέλφη της μητέρας μου, τη Γεωργία που με πήγαινε βόλτα στο μεγάλο πάρκο της πόλης, και το θείο Βασίλη που μου ‘λεγε για τα ...κατορθώματά του. Αγαπούσα κι άλλους. Γενικά ζούσα σ’ ένα χαρούμενο περιβάλλον και ένιωθα αγαπητός. Όμως, αυτό που ένιωθα για το θείο Γιάννη, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό.
 Όταν έγινα 4 χρονών, ήρθε η ώρα να με πάρουν οι γονείς μου μαζί τους στην Τάχτα. Εγώ, δεν το ‘θελα καθόλου αυτό. Για μένα, οι δύο αυτοί άνθρωποι ήταν κάποιοι που, ερχόντουσαν στη χάση και στη φέξη μου έφερναν παιχνίδια και φεύγανε.
Η γιαγιά, οι θείοι μου, και όλοι γύρω, μού έλεγαν πως αυτοί οι δυο είναι οι γονείς μου και μ’ αγαπάνε. Συνεπώς, έπρεπε να τους αγαπάω κι εγώ. Στην πραγματικότητα όμως, γι’ αυτούς τους δυο, δεν ένιωθα τίποτα ιδιαίτερο. Δηλαδή, τα θετικά συναισθήματα που είχα, ήταν περισσότερο προς ...τα παιχνίδια που μου έφερναν, παρά προς τους ίδιους. Άρα, η πρώτη μη έμψυχη αγάπη που μπορώ να θυμηθώ είναι τα παιχνίδια.
Όταν ήρθε η ώρα ν’ αποχαιρετίσω τη γιαγιά μου και τους θειους μου, μ’ έπιασε η μητέρα μου σφιχτά απ’ τον καρπό του χεριού και με τράβηξε να φύγουμε. Τη στιγμή που το ‘κανε αυτό, κρεμάστηκα μ’ όλο μου το βάρος στο πάτωμα κι άρχισα να κλαίω γοερά. Κυριολεκτικά με σύρανε για να φύγω. Αυτό που έχει όμως χαραχτεί έντονα στη μνήμη μου, είναι ότι την ώρα που με σέρνανε, ο αγαπημένος μου θείος Γιάννης, χασκογελούσε σαν το χάχα! Το εύρισκε αστείο! (Βέβαια, θα μπορούσε αυτό το γέλιο να ήταν αμηχανίας). Αυτή είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που ένιωσα να με προδίδουν. Από κει και πέρα, ο θείος Γιάννης παρέμεινε ένας αγαπημένος θείος αλλά, είχα πια αρχίσει να κρατάω συναισθηματικές αποστάσεις μαζί του.
Στα 4 μου λοιπόν, βρέθηκα με τους γονείς μου στην Τάχτα. Η ζωή με τους γονείς μου, ήταν εντελώς διαφορετική απ’ ό,τι με τη γιαγιά και τους δύο θείους μου: Αυτοί μ’ έδερναν! Εγώ, δεν ήξερα τι είναι αυτό το πράγμα! Ειδικά, το ξύλο που μου έδινε ο πατέρας μου, δεν είχε και πολύ σχέση με αυτό που λέμε «διαπαιδαγώγηση». Νομίζω πως εκτόνωνε πάνω μου το θυμό του. Έναν θυμό, που ήταν προς τη μάνα μου από την οποία είχε απογοητευτεί, αλλά και προς τον εαυτό του που πίστευε ότι έχει εξαπατηθεί. Άσε που, από εμφάνιση και συμπεριφορά, έμοιαζα στη μάνα μου. Μέχρι λίγα χρόνια πριν, δεν είχα καταλάβει γιατί ο πατέρας μου αγαπούσε την αδελφή μου την Καίτη πιο πολύ από μένα. Το καταλαβαίνω τώρα: Γιατί του έμοιαζε εμφανισιακά!
Αυτό το ξύλο, που έπεφτε αραιά, όταν έπεφτε, έπεφτε πολύ δυνατό. Μάλιστα το ακολουθούσε και η …διαπαιδαγώγηση: «Θα γίνεις καλό παιδί»; Τώρα, τι να του πεις εκείνη την ώρα του ανθρώπου;
Μέσα από κείνες τις στιγμές της ανημπόριας, καθώς πάλευα έντρομος να γλιτώσω όσο ξύλο μπορούσα, συνειδητοποίησα πόσο σημαντικό είναι να έχεις τη σωματική ικανότητα να προστατεύεις τον εαυτό σου. Παράλληλα, ο πατέρας μου, μού έλεγε ιστορίες δύναμης από τη μυθολογία. Εξιδανίκευσα τη σωματική δύναμη: Οι ήρωές μου ήταν ο Ηρακλής, ο Σαμψών και όποιος άλλος παλικαράς μπορούσε να κατατροπώσει τους αντιπάλους του. Έτσι, στις αγάπες της εποχής προστέθηκε και η επιδίωξη της σωματικής δύναμης. Μάλιστα, ένας τρόπος για να φάω κάποια πράγματα που δεν ήθελα (όπως για παράδειγμα το κουάκερ) ήταν να μου λένε «θα γίνεις Σαμψών». Αργότερα, η εξιδανίκευση της σωματικής δύναμης, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου αλλά, αυτά θα τα πούμε όταν έρθει η ώρα.
Την εποχή εκείνη, για να γλιτώσω από αυτούς τους δύο «γίγαντες» που μ’ έδερναν ή με κλείδωναν στο μπάνιο είχα επινοήσει το... Θανάση που τον έλεγα ...Αφανάση. (Αντί για θ έλεγα φ). Ήταν ένας φίλος της φαντασίας μου, ο οποίος ήταν πολύ πιο δυνατός απ’ τους γονείς μου και θα με προστάτευε. Πίστευα όμως, πως οι γονείς μου, δεν θα τον άφηναν να μπει στο σπίτι από την πόρτα. Έτσι, έπρεπε να βρω τρόπο ώστε να μπορεί να μπαίνει ο ...Αφανάσης στο σπίτι. Βρήκα λοιπόν ένα κατσαβίδι, κι άρχισα ν’ ανοίγω τρύπες στους τοίχους. Για κάποιο λόγο, οι γονείς μου ποτέ δεν με τιμώρησαν γι’ αυτές μου τις πράξεις. Κάθε φορά που με ρωτούσαν γιατί ανοίγω τρύπες τους έλεγα «θα έρθει ο Αφανάσης να σας μαλώσει». Κι αυτοί, αντί να με δείρουν, γελούσαν!
 Ο πατέρας μου ήταν ο αρχιλογιστής μιας εξαγωγικής εταιρείας βάμβακος, Αγγλο-Αιγυπτιακών συμφερόντων. Το σπίτι μας ήταν μια μονοκατοικία που μας παρείχε η εταιρεία. Βρισκότανε, πάνω από το κεντρικό κτίριο της εταιρείας. Στον ίδιο χώρο, κάπου 100 μέτρα πιο πέρα, ήταν μια τεράστια αλάνα με μπάλες από βαμβάκι. Το κλείνανε μέσα σε τσουβάλια και κατόπιν τα δένανε με μεταλλικές λάμες. Κάθε μπάλα, πρέπει να είχε μέγεθος 1 κυβικό μέτρο.
Πριν κλείσουν τα τσουβάλια έπρεπε πρώτα ν’ αξιολογήσει ο πατέρας μου την ποιότητα του βαμβακιού. Σ’ αυτές τις αξιολογήσεις, καμιά φορά, μ’ έπαιρνε μαζί του. Αυτή η διαδικασία μου άρεσε πολύ. Ο μπαμπάς με είχε μάθει πώς γίνεται η αξιολόγηση: «Αν δεν έχει καθόλου σπόρο, είναι πρώτης κατηγορίας. Αν έχει λίγο σπόρο, είναι δεύτερης κατηγορίας. Αν είναι γεμάτο σπόρους, είναι τρίτης κατηγορίας».
Όταν πηγαίναμε με τον πατέρα μου για ...αξιολόγηση, είχαμε μαζί μας κι έναν Αιγύπτιο υπάλληλο. Αυτός, κρατούσε ένα κουβαδάκι με πηχτό μπλε μελάνι κι ένα πινέλο από ξεραμένο ζαχαροκάλαμο. Η διαδικασία ήταν απλή: Κοίταζε ο πατέρας μου το σωρό με το βαμβάκι, κι έλεγε σε ποια κατηγορία να το κατατάξουν. Αμέσως τότε, ο σωρός του βαμβακιού έμπαινε σε κάποιο μηχάνημα και μόλις έβγαινε σαν «μπάλα» ο Αιγύπτιος υπάλληλος, βούταγε το πινέλο στο πηχτό μελάνι και τραβούσε πάνω στο τσουβάλι μία, δύο ή τρεις κάθετες γραμμές. Ο πατέρας μου, μετά από μερικές φορές που με είχε πάρει μαζί του, πριν αξιολογήσει το βαμβάκι, με ρωτούσε για πλάκα, τη γνώμη μου. Νομίζω πως καλά τα κατάφερνα.
Απ’ την αξιολόγηση του βαμβακιού, είχα καταλάβει από τότε, πως η ποιότητα, αποτελείται από πράγματα που μετριούνται. Το πράγμα ήταν απλό: Η ποιότητα του βαμβακιού κρινόταν από την περιεκτικότητα του σε σπόρους. Όσο λιγότεροι οι σπόροι, τόσο πιο καθαρό ήταν το βαμβάκι. Αυτό που είχα καταλάβει από 4 χρονών, έμελε να επηρεάσει καταλυτικά τη ζωή μου. Όσα χρόνια με θυμάμαι, πάντα αναζητούσα την ποιότητα σε μετρήσιμα μεγέθη κι όχι σαν μια αφηρημένη έννοια.

 

Παρένθεση.


Στα 29 μου διάβασα στ’ Αγγλικά ένα δημοφιλές βιβλίο της εποχής. Το είχε γράψει κάποιος Pirsing. Ο τίτλος είναι «Το Ζεν και η τέχνη συντήρησης της μοτοσυκλέτας»[1]. Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση σ’ εκείνο το βιβλίο, ήταν ότι ένας καθηγητής Πανεπιστημιίου που βάλθηκε να ορίσει τι θα πει «ποιότητα», κατέληξε στο …ψυχιατρείο! Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πού ήταν η δυσκολία. Το πράγμα μου φαινόταν απλό: Αυτό που λέμε «ποιότητα», είναι μια υποκειμενική σύνθεση από μετρήσιμα μεγέθη. Κάποια από αυτά τα μεγέθη τα ορίζει ο πολιτισμός στον οποίο ανήκουμε. Για παράδειγμα, ο παγκόσμιος πολιτισμός, θεωρεί πως η μουσική του Μπετόβεν είναι σαν το βαμβάκι χωρίς σπόρο, δηλαδή «πρώτης κατηγορίας». Κάποια άλλα μεγέθη που καθορίζουν την ποιότητα σε προσωπικό επίπεδο, τα καθορίζουμε εμείς και μόνον εμείς. Για παράδειγμα, εγώ θεωρώ αμάξι «ποιότητας» αυτό που έχει μεγάλη επιτάχυνση, πολύ καλό κράτημα, φρένα, και είναι κάποιας μάρκας που θεωρείται αξιοπρεπής. Εσύ πάλι, μπορεί να κάνεις μια διαφορετική υποκειμενική σύνθεση και να θεωρείς αμάξι «ποιότητας» κάποιο που έχει μεγάλο πορτμπαγκάζ, είναι οικονομικό κι έχει αεροδυναμικό σχήμα. Κλείνει η παρένθεση.
Στα 4 μου, οι μεγάλες μου αγάπες ήταν δύο: Η πρώτη, ήταν τα παιχνίδια και κυρίως ένα άσπρο παιδικό αυτοκίνητο, που είχε παραγγείλει ο πατέρας μου απ’ την Αγγλία. Μ’ αυτό, αλώνιζα τις απέραντες εκτάσεις που είχα στη διάθεσή μου.
Η δεύτερη, ήταν η ...«βεσποινίς Μαίρη Κουκουβίνη». Ήταν υπάλληλος στην εταιρεία που εργαζόταν ο πατέρας μου. Πρέπει να ήταν ανάμεσα στα 20 και τα 23. Όταν σχολούσε, ερχόταν και μ΄ έβρισκε στον κήπο που αλώνιζα. Μου άρεσε πολύ η συντροφιά της και θυμάμαι πως κάναμε συζητήσεις που μ’ ενδιέφεραν. Νομίζω μάλιστα ότι την είχα «ερωτευτεί». Την ώρα που έφευγε, τη φιλούσα στο μάγουλο και της έλεγα «καληνύχτα βεσποινίς Μαίρη Κουκουβίνη». (Ούτε το δ έλεγα ακόμα).

Πρώτη καταγραφή


Τώρα, θα κάνω μια απόπειρα να «κωδικοποιήσω» τις αναμνήσεις μου από εκείνη την ηλικία. Δηλαδή, αφού καταγράψω τις αγάπες, θα εστιάσω σ’ αυτά που συμβολίζουν. Προτείνω να κάνεις κι εσύ το ίδιο και μάλιστα γραπτώς. Μπορεί η καταγραφή αυτών των αναμνήσεων να μας δώσει χρήσιμα στοιχεία. Άλλωστε μην ξεχνάς την αρχική συμφωνία: Αν είσαι «επιβάτης» ή «πλήρωμα» θα ...δουλέψεις.
Για τα πρώτα χρόνια της ζωής μου έχουμε τα εξής σημαντικά στοιχεία,:
Τα παιχνίδια. (Ακόμα παίζω).
Το άσπρο αυτοκίνητο. (Η οδήγηση)
Ο Σαμψών, ο Ηρακλής κ.λπ. (Η σωματική δύναμη)



[1]                 Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί και στα Ελληνικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: